Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025

 To άγνωστο χωριό της Σαλαώρας και
ο εντοιχισμός του  Παπασάββα στη Σαλαώρα

Η Σαλαώρα,γνωστή σαν Σαλαγορά από τους ύστερους Μεσαιωνικούς χρόνους , σαν Mahalle i Mellahin i Salagora στα πρώιμα Οθωμανικά φορολογικά και σαν Σαλαχώρα στην ύστερη Οθωμανική περίοδο, έχει και αυτή τα μυστικά της. Ένα από αυτά είναι το άγνωστο χωριό, το οποίο προσπάθησε να φτιάξει ο Αλή πασάς.

Αλή Πασάς Τεπελενλής, έργο του Άγγλου ζωγράφου Joseph Cartwright, 1819

Νομίζω πως χρειάζεται να αναφέρω, πως στη Σαλαώρα υπήρχε και τον 16ο αιώνα χωριό, μάλιστα στα 1564 έχουμε και τις οικογένειες που κατοικούσαν εκεί αλλά και αυτό εξαφανίστηκε και δεν γνωρίζουμε περισσότερα. Για την εξεταζόμενη περίοδο να πω, πως ό,τι γνωρίζουμε γιαυτό το χωριό, είναι οι πληροφορίες που έχουμε από τον Μητροπολίτη Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλο του Βυζαντίου στο γνωστό του βιβλίο “Δοκίμιον Ιστορικός περί Άρτης και Πρεβέζης...”. Μπορεί κάποιοι να αναρωτηθήκαμε, γιατί δεν έγραψε κάποιος περιηγητής κάτι; Μήπως είναι προϊόν φαντασίας του Μητροπολίτη; Όχι, δεν είναι προϊόν φαντασίας. Αν και ο Σεραφείμ έχει τα λαθάκια του όπως και ο Αραβαντινός, αλλά εδώ λέει την αλήθεια. Ο μόνοι περιηγητές που κάνουν μια αναφορά εκ των πλαγίων είναι ο Άγγλος William Martin Leake, όπου μας λέει, πως ο Αλή πασάς, ήθελε να κάνει την Σαλαώρα το μεγάλο λιμάνι και γιαυτό προσπαθούσε να την εποικίσει με περισσότερο κόσμο, ενώ ο François Charles Hugues Laurent Pouqueville στο βιβλίο του Reise durch Griechenland, T.2 (γερμανική έκδοση του βιβλίου του ταξίδι στην Ελλάδα) κάνει μια αναφορά γράφοντας «.... Είναι ένα ελεεινό χωριό μέσα στα έλη και οι κάτοικοι του δεν μπορούν να βγάλουν ούτε τα σχετικά ως προς το ζην». Ο Σεραφείμ επι λέξη μας αναφέρει τα εξής: “Εἰς Σαλαχώραν πλησίον τοῦ πυρικαύστου καὶ ἤδη ἐρειπίου Ναοῦ τοῦ ἁγίου Νικολάου, ἐν ἔτει 1814 συνέστησε χωρίον ὁ ̓Αλή Πασσᾶς μετοικίσας ἐκ Χειμάρρας ἀρkετaς οἰκογενείας· ἀλλὰ μετὰ την ἐξόντωσιν αὐτοῦ, αὗται καταστρέψασαι τὸ χωρίον ἀνεχώρησαν εἰς τὰ ἴδια, ὡς τῆς θέσεως λίαν οὔσης νοσώδους, ἕνεκα τῶν πολλῶν ἑλῶν“.

Από αριστερά: Μητροπολίτης Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλος του Βυζαντίου, ο χρονογράφος της Ηπείρου Παναγιώτης Αραβαντινός και ο Άγγλος Στρατιωτικός και περιηγητής William Martin Leak. Κάτω σειρά: Σπυρίδων Π. Αραβαντινός, François Charles Hugues Laurent Pouqueville. Όλοι αυτοί μας άφησαν κάποιες πληροφορίες για τα γεγονότα της Χειμάρρας, την Σαλαώρα και τον οικισμό

Υπήρχε παλιά στα χωριά του όμορου της Σαλαώρας αρτινού κάμπου μια φήμη, πως κάποιοι απ αυτούς παρέμειναν στα γύρω χωριά. Δεν έφυγαν όλοι.Στο χωριό μου, τον Άγιο Σπυρίδωνα Άρτας, μου έλεγε κάποιος από την οικογένεια Γκίκα, το οποίο επώνυμο θα δούμε και παρακάτω, πως έλκουν καταγωγή από την βόρεια Ήπειρο και τους μετέφεραν εδώ. Αυτά ήταν όσα γνωρίζαμε γι΄ αυτούς.

Για να καταλάβουμε τι ακριβώς είχε γίνει και πως σχηματίσθηκε αυτός ο οικισμός στη Σαλαώρα, πρέπει να ταξιδέψουμε λίγο πιο βόρεια, στην ανυπότακτη Χειμάρα και την περιοχή της.

Η έρευνα όμως δεν σταματά και καμιά φορά σε ανύποπτο χρόνο η σύμπτωση είναι αυτή, που μπορεί να σου δώσει απαντήσεις. Έρευνα δεν κάνουμε εμείς μόνο για τα δικά μας μέρη αλλά κάνουν και άλλοι για τα δικά τους μέρη. Και έτσι ο κάποιος κάτοικος   από τις Δρυμάδες της Χειμάρας, ο οποίος μου ζήτησε να μην αναφερθεί το όνομα του, κάνοντας έρευνα για ένα ιερέα του χωριού του , γνωστό σαν Παπασάβα, που μαρτύρησε από τους Ανθρώπους του Αλή στη Σαλαώρα, αφού διάβασε το πόνημα μου για την Σαλαώρα, μέσα από μια αλληλογραφία που είχαμε, μου έστειλε ένα ηχητικό ενός προχωρημένου σε ηλικία συγχωριανού του, του Φίλιππα Γιαννήλα, 89 ετών, που μας δίνει απαντήσεις ποιοι ήταν αυτοί που μετέφερε ο Αλή πασάς στην Σαλαώρα και γιατί η εκκλησία ονομάζονταν Άγιος Νικόλαος. Περσσότερες πληροφορίες βέβαια, που συμφωνούν και με τον Φίλιππα Γιαννήλα μου έστειλε, ένας άλλος ερευνητής από τους Δρυμάδες, φοιτητής στην Αγγλία, ο Θωμάς Μπίφσας, του οποίου πρόγονοι, σύμφωνα με την οικογενειακή τους ιστορία και την ιστορία των Δρυμάδων, είχαν βρεθεί στη Σαλαώρα.

Ο Θωμάς Μπίφσας μου έγραψε τα εξής: «Οι υπερήλικοι κάτοικοι του χωριού μας μνημονεύουν την Σαλαώρα ως τον τόπο στον οποίο εξορίστηκαν οι προγονοι μας. Άλλοι θυμούνται πιο πολλά και άλλοι λιγότερα. Η οικογενειακή μου παράδοση μνημονεύει τον Νέστορα Γόλη (Μπίφσα) (πρόγονο μου, γεννημένο κατά το 1770) ο οποίος ήταν ένας από τους εξόρτισους, μαζί με τον αδελφό του Μιχάλη Γόλη και την γυναίκα του Κατερίνα Μάρκου τους οποίους έχασε στην Σαλαώρα».

Η Χειμάρα και η περιοχή της επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θεωρούνταν ένα από τα ανυπότακτα μέρη της Ηπείρου. Δυο Σουλτάνοι είχαν εκστρατεύσει επικεφαλής οι ίδιοι εναντίον της. Γιαυτό το λόγο είχε ειδικά προνόμια και ένα ιδιαίτερο στάτους , είδος ημιανεξαρτησίας, στην Οθωμανική Πύλη. Το γεγονός που θα περιγράψω, το αναφέρει και ο Αραβαντινός στην χρονογραφία Ηπείρου στον πρώτο τόμο του και το ίδιο γεγονός διηγούνται και οι ντόπιοι.

Ein Bild, das Entwurf, Zeichnung, Bild, Landschaft enthält.

KI-generierte Inhalte können fehlerhaft sein.

Edward Lear, Χειμάρρα 1848

O Aλή πασάς επειδή δεν μπορούσε από ξηράς να καταλάβει την περιοχή της Χειμάρας πέρασε με τη νύχτα του Πάσχα, όταν οι χριστιανοί βρίσκονταν στις εκκλησίες, ο Αραβαντινός μας δίνει το έτος 1798 λίγο  πριν τα τσουγκρίσει με τους Γάλλους. Σύμφωνα με τον Σπύρο Αραβαβτινό, Ο Γιουσούφ Αράπης πήρε εντολή να εκστρατεύσει εναντίον της Χειμάρρας. Αυτός συγκεντρωσε 2500 στρατιώτες στη Σαλαώρα, οι οποίοι επιβιβάστηκαν σε πλοία και ξεκίνησαν για την Χειμάρρα.  Ο στρατός του Αλή άρχισε το καταστρεπτικό του έργο. Στις Δρυμάδες όταν άρχισαν να καταστρέφουν την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, σύμφωνα με την παράδοση, ο Mάρκος Παπασάβας τους είπε, πως και αν την γκρεμίσουν, θα την χτίσει πάλι ο ίδιος. Τότε κάποιοι κάτοικοι από τις Δρυμάδες έφυγαν και εγκαταστάθηκαν πιο νότια στο Πωγώνι, όπου ίδρυσαν τους εκεί Δρυμάδες και κάποιοι άλλοι από τις Δρυμάδας, την Πάλασα, το Κούδεσι  και την Χειμάρα μεταφέρθηκαν αιχμάλωτοι στην Σαλαώρα (Σαλαχώρα), προκειμένου να εποικίσει ο Αλής το αγαπημένο του λιμάνι. Τον Παπασάβα, ο οποίος είχε αντισταθεί τον μετέφεραν και αυτόν εδώ. Σύμφωνα με τις διηγήσεις στους Δρυμάδες, του Παπασάβα του επιφύλασσαν εδώ ένα άσχημο τέλος.  Στην χρονολογία πρέπει να δώσουμε λίγο προσχή. Ναι μεν έχω διαβάσει σε γερμανική πηγή, πως ο Γιουσούφ Αράπης γύρισε με τρόποια κεφαλών απο τη Χειμάρρα στην Πρέβεζα και αιχμαλώτους. Ισως να έχει δίκιο ο Σπύρος Αραβαντινός, που αληθεύει και με την προφορική παράδοση τηων Δρυμάδων, πως πήγαν Θεσσαλία. Ισως να μετέφερε από κει πάλι κατοίκους ο Αλή πασάς γύρω στα 1814 με 1815 κόσμο και όχι το 1798..

Ein Bild, das Bild, Zeichnung, Landschaft, Kunst enthält.

KI-generierte Inhalte können fehlerhaft sein.

Edward Lear, Δρυμάδες, 1848

Όπως μου διηγείται ο Θωμάς Μπίφσας, στη Σαλαώρα κοντά στην ακτή, στήθηκε ένα πολύ πρόχειρο χωριό με ξύλινες καλύβες και επιβλήθηκαν δρακόντεια μέτρα  στους κατοίκους. Μαζί με τους Δρυμαδιώτες κατοίκησαν το νέο χωριό και άλλοι συλληφθέντες από τα χωριά Παλάσσα, Χιμάρα, Κούδεσι. Οι Δρυμαδιώτες, που αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος των εξόριστων στην Σαλαώρα, ασχολήθηκαν με καλλιέργεια και το κέντρωμα της αγριελιάς, με την οποία ήταν εξοικειωμένοι από τα παλιότερα χρόνια. Ένα από τα ελάχιστα πετρόχτιστα κτίρια ήταν ο ναός του Αγίου Νικολάου, που χτίστηκε προς τιμήν του κατεδαφισμένου Αγίου Νικολάου στο Καφόρι των Δρυμάδων.



Edward Lear, στο βουνό Κούδεσι, 1848

Τα ονόματα των κατοίκων, που αποτέλεσαν αυτό το χωριό της Σαλαώρας ή Σαλαχώρας, όπως την αναφέρουν οι ίδιοι , και μπόρεσε ο Θωμάς Μπίφσας να συλλέξει  με την επισήμανση «Σε κάποες περιπώσεις δεν γνωρίζουμε το όνομα και έχω παραθέσει μόνο το επίθετο. Προφανώς όλα τα πρόσωπα και οι οικογένειες συνοδεύονταν από μεγάλα πλήθη ( ξαδέλφια, συζύγους, γιους και κόρες ). Δυστυχώς δεν μπορούμε να γνωρίζουμε όλα τα επίθετα των κατοίκων επειδή οι περισσότερες οικογένειες έσβησαν ή δεν επέστρεψαν από την Σαλαώρα», ήταν τα παρακάτω:

Μπούτσιος, Στραμάρκος, Πάνος Ηλίας, Γιάννης Ηλίας, Στέφανος Μαρτίνος, Μάρκος ή Παναγιώτης Παπασάββας (ο ιερέας του χωριού ο οποίος μαρτύρησε, αναφέραμε σχετικά παραπάνω), Βλάντας (πλήθος ατόμων με το επίθετο Βλάντας), Λέκκας, Λίζας, Κώστας, Χρήστος, Ηλίας, Δήμος και Σπύρος Βρέττος, Τρέκκος, Γκέζος, Ζης?, Ζηντόλος, Δημήτρης, Γιάννης Κώστας, Παναγιώτης, Στέφανος Μπιτζίλης (κι άλλοι Μπιτζιλαίοι), Σπύρος Μπούας, Μάρκος , Θωμάς και Νέστωρας Γκίνης, Στέλιος Γκιώνης και γιός αυτού Δήμος, Σάββας, Κοσμάς, Γιώργης, Χρήστος, Ζάχος, Γκίκας, Γιάννης, Θανάσης, Βασίλης Γκικόπουλος, Μούτσος, Γιώργης, Δήμας, Μπέλλης , Θανάσης Σκούρτης, Πάνος Ζούππας, Παπάς, Γιώργης, Σπύρος και Μιχάλης γιοί του Πάνου Δήμα, , Κότσανος, Κωνσταντίνος Νίνας , Σπύρος Κουμής, Νικόλας Ζάχος και αδελφός αυτού Μιχάλης Ζάχος, Στρακώσος, Μπεττιός, Δράκος , Κιτσούλης, Ράμμος, Μάρκος, Γιάννης Γκικουρίας (κι άλλοι Γκικουραίοι...), Γέτος , (Οδυσσέας ?) Νέτσος, Τσούλας, Μπόης, Ντούκας , Ζεντέλης, Στράτης Δέδες, Αγγελίνος, Βάρφης, Γκιώκας, Τάβας, Λιάρος, Κώστας Τσάτσης, Αλέξης Σίας, Γιάννης Μαρούλης, Λιώλης, Δάμος Ντάμπος, Μάης, Μάκωτσης, Γκίκας, Χρήστος και Γιώργης Ρούτσης, Χρήστος Ντέντες, Σίμος Λιάτης  Δημήτρης ή Αλέξης Κόκας , Μπάσης , Ζάχος, Γιώργης, Δήμος, Πέτρος Ντούνης (και ίσως κάποια από τα παιδιά τους: Θανάσης, Νέστορας, Κώστας, Αλέξης, Νίνος, Αναστάσης, Κοσμάς, Φώτος Βασίλης), Νέστωρας και αδελφός αυτού Μιχάλης Μπίφσας (Νέστωρας και Μιχάλης Γόλης), Mίλος (δηλαδή Μιχάλης)Γκορέτσης, Χρήστος Μπέγιας , Μπίτσας, Μπαλαμπάνης , Μπαρκαρότας και Τσάκνας

Ο Κώστας Ν. Δέδες στο βιβλίο του «Δρυμάδες Χειμάρρας» κάνει λόγο, πως στην Σαλαώρα ο Αλή πασάς μετέφερε κάπου 2500 άτομα αλλά μόνο 700 επέστρεψαν πίσω. Ο αριθμός μου φαίνεται λίγο υπερβολικός. Δεν υπάρχει ο χώρος για τόσο κόσμο και θα γίνονταν αντιληπτοί και στους περιηγητές.  Προσωπική μου εκτίμηση είναι ,με τα ονόματα τα παραπάνω, πως δεν θα ξεπερνούσαν τους 300 με 350 το πολύ 400  εκτός βέβαια αν είχε διασκορπίσει κόσμο και στα καμποχώρια. Που δεν θεωρώ καθόλου απίθανο, γιατί σχεδόν όλοι οι όμοροι οικισμοί ήταν τσιφλίκια δικά του και της οικογένειας του.

Ο όμορος οικισμός Παλιούρι

Γαλλικός χάρτης αρχές δεύτερης δεκαετίας του 1800, 
ο οποίος αναφέρει τον οικισμό Παλιούρι

Είναι γεγονός, πως για την εποχή την οποία κάνουμε λόγο εμφανίζεται ένας οικισμός μόλις λίγο πριν την Σαλαώρα και δίπλα από τις αλυκές με το όνομα “ΠΑΛΙΟΥΡΙ”.  Όπως το τοποθετούν οι χάρτες της εποχής, είναι η τοποθεσία που σήμερα αποκαλούμε “Παλιοσκαμνιά”. Το τοπωνύμιο “Παλιούρι” δεν είναι κάτι ασυνήθιστο στην περιοχή αλλά στο συγκεκριμένο χώρο εμφανίζεται την περίοδο αυτή, στην οποία, όπως αναφέρουν οι πηγές, βρίσκονταν εδώ οι προαναφερόμενοι κάτοικοι από την περιοχή της Χειμάρρας. Επίσης πρέπει να αναφέρω, πως μετά την αναχώρηση των Χειμαρριωτών δεν γίνεται ποτέ ξανά αναφορά στο χωριό αυτό.  Το Παλιούρι μπορούσε να διαθέσει εργάτες τόσος για τις αλυκές του Τσουκαλιού, όσο και για το ιχθυοτροφείο  του Βελή Μπέη στην Αλευρή. Θα μπορούσαμε λοιπόν να υποθέσουμε, πως εδώ εγκαταστάθηκε ο όγκος των Χειμαρριωτών.  Εκτός και αν είναι είναι όλα μια σύμπτωση, που προσωπικά δεν το πιστεύω. 

Χειρόγραφος Χάρτης των Πουκεβίλ και Μποκάζ που μας δείχνει τις τοποθεσίες Παλιούρι, Αλυκές, Ιχυοτροφείο και Σαλαώρα


Το μαρτύριο του ιερέα Μάρκου ή Παναγιώτη Παπασάββα

Στη Σαλαώρα οι Τζοχαντραίοι του Αλή  παρακολουθούσαν τις δραστηριότητες των κατοίκων και πολλές φορές υπήρχαν διαπληκτισμοί. Οι προσβολές των στρατιωτών και τζοχαντραίων έθιξαν βαθιά το ήθος και την υπόληψη τους εκτοπισμένους κατοίκους του νέου χωριού. Ειδικότερα του ιερέα του χωριού  Παπασάββα τον οποίον χλεύαζαν.Σύμφωνα με πληροφορίς από τους Δρυμάδες  Οι αντιδράσεις του Παπασάββα, η ανεξάντλητη υπομονή και η αταραξία του ερεθισαν και εξόργισαν τους Τζοχανταραίους οι όποιοι ειρωνικά έθεσαν πως αν ο παπάς έχει μιλήσει για χτίσιμο ναού, τότε ας χτιστεί ο ίδιος.  Βέβαια με άλλες μαρτυρίες τα αίτια ήταν αλλού., οι Τζοχανταραίοι  ήταν τσατισμένοι με τα καμώματα και το ανυπότακτο πνεύμα  του παπά, που δεν έμενε μόνο στη Σαλαώρα αλλά γυρνούσε τον  κάμπο και κήρυσε την πίστη και πολλές φορές βάφτιζε κιόλας. Τον συνέλαβαν και τοποθέτησαν το σώμα του παπά ανάμεσα στις πέτρες και την λάσπη ενός τοίχου της εκκλησίας .Σύμφωνα με την παράδοση τον εντοιχίασαν στο ιερό της εκκλησίας της Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου της Σαλαώρας. Η τελευταία επιθυμία του ήταν να του αφεθούν οι παλάμες ελεύθερες στραμμένες προς τον ουρανό ωστε να παρακαλάει, μέχρι τελευταία στιγμή, για έλεος. Λέγεται πως για εννιά μέρες ακουγόταν μέσα από τον τοίχο να ψέλνει το “Κύριε ἐλέησον”. Στη δέκατη μέρα σώπασε… Εκεί ο Παπασάββας μετά από ημέρες άφησε την τελευταία του πνοή, λόγω αφυδάτωσης. Από τότε, όσοι περνούσαν από εκεί, άκουγαν τη νύχτα ψαλμωδίες και φως έβγαινε από τον τοίχο. Και οι γέροντες έλεγαν πως ο Παπασάββας έγινε άγιος και προστάτης των χωριών.» Μπορεί η ιστορία του Παπασάββα να κινείται μεταξύ Θρύλου και αλήθειας , δεν είναι όμως κάτι ασυνήθιστο για κείνη την εποχή. Ο Παπασάββας κατάγονταν απο ιερατικό γένος με την αρχαιότερη καταγραφή τον παπά-Γρηγόρη Παπασάββα στα 1638. Απόγονοι της γενιάς Παπασάβα βρίσκονται ακόμη στην περιοχή της Χειμάρας.


Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

Το βασανιστήριο του εντοιχισμού στην Οθωμανοκρατία

Για την εκκλσία του Αγίου Νικολάου κάνει λόγο ο Μητροπολίτης Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλος στο «Ιστορικό Δοκίμιο», όπως και ο Νικόλαος Σχινάς στο «Οδοιπορικό Ηπείρου», ο οποίος αναφέρει πως τον ναό τον έχτισε ο Αλή πασάς.

Ein Bild, das Landschaft, Bild, Zeichnung, Entwurf enthält.

KI-generierte Inhalte können fehlerhaft sein.

Edward Lear, Παλάσα, 1848

 

Τι απέγιναν οι κάτοικοι;

Θέλω να πιστεύω πως, εκτός την απασχόληση με τις ελιές, ένα μέρος αυτών θα απασχολούνταν στις όμορες αλυκές, οι οποίες ήταν κερδοφόρες για τον Αλή πασά, ίσως και στα διβάρια (γβιάρια) του Βελή Μπέη, άντε να ήταν και κάποιοι αχθοφόροι στο λιμάνι.

Η πτώση του Αλή πασά έφερε και το τέλος του χωριού. Οι κάτοικοι αφού πρώτα το έκαψαν,μαζί και την εκκλησία για να μην θυμίζει τίποτα από τον εκτοπισμό τους εδώ, έφυγαν και πάλι για την πατρίδα τους, ενώ όπως αρχικά ανάφερα, φημολογείται στον κάμπο, πως κάποιοι έμειναν και εδώ.

Όπως μου έγραψε ο Θωμάς Μπίφσας οι αλβανόφωνοι κάτοικοι της περιοχής των Δρυμάδων κράτησαν αυτό το γεγονός σε ένα τους τραγούδι που παραθέτω εδώ,

Qaj o qaj ti Dhermi nuri

se veziri te perzuri

ne Salaor, e Llure te shpuri

dhogen e varrit te vuri

Qani pula, qani mecer

qani laro e korbecer

nga uria do te vdisni

ne Gjilek te dhjakonisni

 

μετάφραση:

 

Κλάψτε, κλάψτε όμορφοι Δρυμάδες

γιατί ο βαζίρης σας έδιωξε

στην Σαλαώρα, στον Λούρο σας πήγε

και σας έβαλε στο φέρετρο

 

κλάψτε κότες και πετεινοί

κι εσείς μαύρα ζωντανά (1)

θα πεθάνετε της πείνας

στους Γκιλεκκάτες(2) θα σας διακονίσουν

 

(1) εδώ γίνεται αναφορά στα ζώα και τις περιουσίες των Δρυμαδιωτών που εγκαταλείφθηκαν ξαφνικά στο έλεος τους

(2) μαχαλάς των Δρυμάδων

 

Ein Bild, das Kunst, Entwurf, Zeichnung, Bild enthält.

KI-generierte Inhalte können fehlerhaft sein.

Ερείπια μιας εκκλησίας

 

Πηγές Κειμένου:

1.       Παναγιώτης Αραβαντινός, Χρονογραφία Ηπείρου Τ1 και Τ2

2.       Σπύρος Αραβαντινός: Ιστορία του Αλή Πασά

3.       Σεραφείμ Ξενόπουλος του Βυζαντίου: Ιστορικό Δοκίμιο περι Άρτης και Πρεβέζης

4.       Νικόλαος Σχινάς: Οδοιπορικό Ηπείρου

5.       François Charles Hugues Laurent Pouqueville: Reise durch Griechenland, T.2 (γερμανική έκδοση του βιβλίου του ταξίδι στην Ελλάδα)

6.       William Martin Leake: Travels in Northern Greece

7.       Συνέντευξη του  Φίλιππα Γιαννήλια από τους Δρυμάδες

8.       Έρευνες του Θωμά Μπίφσα *απόγονο εκτοπισμένων στην Σαλαώρα, από τους Δρυμάδες

9.       Κώστας Ν. Δέδες: Δρυμάδες Χειμάρας, εκδόσεις Σείριος

10.   Κώστας Χατζινικολάου: Χιμάρα – Το άπαρτο κάστρο της Βορείου Ηπείρου

11.   Φώτης Βράκας: Σαλαώρα – Μικρή ιστορική αναφορά σε ένα ξεχασμένο λιμάνι στον αμβρακικό κόλπο

12.   Νικόλαος Πολίτης: Λαογραφικά σύμμεικτα

13.   Διάφορες προφορικές λαογραφικές  διηγήσεις από την περιοχή της Άρτας

 

Ευχαριστώ θερμά τους φίλοuς από τους Δρυμάδες επαρχίας Χειμάρρας. 



Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

 

Ο Πειρατής και κολονέλος 

Ευστάθιος Ρωμανός - Μανέτας

Μιας και δεν υπάρχει κάποια εικόνα για τον Μανέτα εδώ μια φανταστική απεικόνιση πειρατή από την σελίδα https://de.vecteezy.com/vektorkunst/47011578-pirat-portrat-abstrakt-skizzieren-hand-gezeichnet

Μια από τις μορφές που έπαιξαν ρόλο στα γεγονότα της κατάληψης της Πρέβεζας στον 6ο Τουρκοβενετικό πόλεμο ή πόλεμο του Μοροζίνι στα 1684 είναι η μορφή του Ευστάθιου Ρωμανού γνωστός και σαν Μανέτας. Το πρόσωπο του σχετίζεται επίσης και με τα παραπέρα γεγονότα στον Αμβρακικό κόλπο, στον αρτινό Κάμπο και στην μονοήμερη κατάληψη της Άρτας το Φθινόπωρο του 1684.


Πριν πάμε στα γεγονότα ας δούμε πρώτα ποιος ήταν ο Ευστάθιος Ρωμανός ή Μανέτας.

Γνωρίζουμε, πως είχε καταγωγή από την Ζάκυνθο και φαίνεται, πως από νωρίς επιδόθηκε στην πειρατεία. Οι πληροφορίες που έχουμε για την πειρατική του δράση κυμαίνονται μεταξύ μύθου και αλήθειας. Σύμφωνα με όλα αυτά αραξοβόλι του Μανέτα φαίνεται να ήταν οι Φούρνοι της Ικαρίας, όπου ακόμη και σήμερα μια παραλία ονομάζεται Μανέτα. Αν και πολλοί γράφουν, πως είχε δράση στη Μήλο, τα αρχεία της Μήλου δεν τον αναφέρουν εκτός και αν ήταν υπό τις διαταγές του Μοροζίνι. Λέγεται πως κάποια στιγμή παντρεύτηκε την Μαργκάνα από την Άνδρο, η οποία ήταν παντρεμένη με κάποιον έμπορο μεταξωτών. Με την Μοργκάνα απέκτησε τον γιο του Ζώρζη. Σύμφωνα με τις φήμες ένας καθολικός παππάς κατηγόρησε την Μοργκάνα στον Μανέτα, πως τον απατά και εκείνος έστειλε παλικάρια, την έφεραν από την Μήλο στους Φούρνους και την σκότωσε. Μετά από λίγα χρόνια παντρεύτηκε στην Τήνο την Ελένη Αλιμπράντη και απέκτησε άλλους δύο γιους, τον Φριδερίκο και τον Ανδρέα, οι οποίοι μαζί με τον πρωτότοκο τον Ζώρζη συνέχισαν την οικογενειακή πειρατική παράδοση.

Αγία Μαύρα Λευκάδα, 1684. Στην κατάληψη συνέβαλε και ο Μανέτας

Ο Μανέτας ζει σε μια εποχή όπου στην ανατολική Μεσόγειο κυριαρχεί η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η Βενετία, η οποία κάθε τόσο έχει απώλειες εδαφών. Μεταξύ 1670 και 1684 πρέπει να είναι ο μοναδικός Έληνας πειρατής στο Αγαίο με δική του γαλεότα. Ο Μανέτας φαίνεται να ήταν Βενετος υπήκοος και ακολούθησε αρχικά με την γαλεότα του τον Μοροζίνι στην εκστρατεία του. Αναλαυτικά τα γράφει ο Στέφανος Δόνος στα στρατηγήματα: Το Μάιο του 1684 ο Gerolamo Corner τον προσεταιρίστηκε, εκ μέρους των Βενετών, και του χορήγησε άδεια ελεύθερης διακίνησης. Ο Μανέτας βοήθησε τους Βενετούς να συλλέξουν φόρους στο Αιγαίο και, στη συνέχεια, με την ηρωική συμμετοχή του στις καταλήψεις Λευκάδας και Πρέβεζας. Πήρε μέρος σε επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα, το 1688, και στη Χίο, το 1694. Για τις υπηρεσίες του έλαβε το βαθμό του συνταγματάρχη (Κολονέλος) του βενετικού στρατού, ενώ στο στόχαστρο του, ως κουρσάρου, έμπαιναν, κυρίως, τουρκικά πλοία.

Πρέβεζα 1684, διακρίνεται η γαλεότα του Μανέτα στην είσοδο του κόλπου

Μετά την κατάληψη της Πρέβεζας ο Μανέτας και άλλοι έτρεχαν στον κάμπο να στρατολογήσου Έλληνες αλλά φαίνεται παράλληλα να έκαναν και λεία. Κείνο το Φθινόπωρο φαίνεται να είχε βρέξει πολύ και το τουρκικό ιππικό αντιμετώπιζε δυσκολίες να κινηθεί στον κάμπο. Την ίδια περίοδο φαίνεται να ο βοεβόδας της Άρτας Μεχμέτ Αγάς έλαβε διαταγή ή ήταν δική του απόφαση δεν είναι γνωστό να εκστρατεύσει στο Βάλτο και Ξηρόμερο να τιμωρήσει τους εκεί κατοίκους , οι οποίοι φαίνεται να είχαν συμμαχήσει με τους Βενετούς. Τις επιχειρήσεις των Βενετών τις ενίσχυσαν δια ξηράς οι αρματολοί του Κάρλελι ο Γιαννιώτης Αγγέλης Σουμίλας, ή Σουμιάς γνωστός και σαν Βλαχαγγέλης ο Μακεδόνας Πάνος Μεϊντάνης από την Κατούνα (πολλές φορές μπερδεύεται με τον Μεϊντάνη απο την Μακεδονία), ο αρματολός των αγράφων Χορμόπουλος γνωστός και σαν “Το μικρό Χορμόπουλο”, Ο Βαλαωρίτης και Ο Σπαθογιάννης. Αυτό έδωσε την αφορμή λοιπόν στον βοεβόδα να εκστρατεύσει εναντίον αυτών. Όντως ο Μεχμούτ πασάς κατέστρεψε την πρωτεύουσα του Βάλτου την Αμπρακιά (Θέση κοντά στην Αμφιλοχία) και άλλους οικισμούς αλλά τον πρόλαβαν οι Βενετοί και έπαθε και μεγάλες ζημιές. 

Μέρος από χάρτη του Antonio Salamanca όπoυ βλέπουμε την Άρτα και την Αμπρακιά, την πρωτεύουσα του Βάλτου καθώς και μια βενετική γαλέρα, ενώ μια γαλεότα βρίσκεται στην εκβολή του αράχθου


Μέρος από χάρτη με τίτλο "Η Πρέβεζα και οι όμορες πόλεις" κατα τον 6ο Βενετικό πολεμο. Εδώ βλέπουμε τις καταστροφές του Βοεβόδα Άρτας Μαχμούτ πασά στο Βάλτο και Ξηρόμερο

Τόσο στο Μακρυνόρος όσο και στο Λουτράκι. Αφού λοιπόν είχαν κλείσει οι δρόμοι για την Άρτα και ο Μεχμέτ θα καθυστερούσε βαδίζοντας πιο εσωτερικά στον Βάλτο και ερχόμενος από Ραδοβίζι ο Μανέτας, ο Μεταξάς, ο Δελλαδέστιχας και άλλοι συνοδευόμενοι από ξηράς από τον Σουμίλα, τον Μεϊντάνη και τον Χορμόπουλο μπήκαν με πλοία στο Άραχθο και έφτασαν στην Άρτα. Πολιόρκισαν την Άρτα και την οποία κατελαβαν. Την Άρτα την κράτησαν για μια μέρα. Τι ακριβώς έγινε κείνες τις μέρες στην Άρτα δεν υπάρχουν στοιχεία. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι, πως πήραν σαν όμηρο τον κατή (ιεροδικαστή) της Άρτας , τον οποίο αντάλλαξαν αργότερα με λύτρα.


Το φρούριο της Άρτας στα 1686 σε σχέδιο του Γερμανοεβραίου Jakob Enderlin από το βιβλίο του Archipelagus Turbatus, Oder Deß Schönen Griechen-Lands

Εδώ σταματά και η δράση του Ευστάθιου Ρωμανού-Μανέτα στην περιοχή του αμβρακικού κόλπου. Ο Μανέτας θα συνεχίσει την πορεία του με τον Μοροζίνι και θα διακριθεί και σε άλλες μάχες όπου θα λάβει του βαθμό του κολονέλου (συνταγματάρχη). Θα συνεχίσει την δράση του σαν κουρσάρος ή πειρατής και μετά τον 6ο Βενετικό πόλεμο και το κύριο “εμπόρευμα” του θα είναι Τούρκοι αιχμάλωτοι που θα τους πουλά για σκλάβους.

Χρονολογία πότε απεβίωσε δεν έχουμε, πάντως την οικογενειακή παράδοση της Πειρατείας την συνέχισε ο μεγάλος γιος ο Ζώρζης, ο οποίος συγκρούστηκε κάποια στιγμή με την Γαληνοτάτη Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου της Βενετίας, φυλακίστηκε και αφέθηκε ελεύθερος. Τελευταία πληροφορία γι αυτόν την έχουμε, πως βρίσκονταν με την φούστα του (τύπος πλοίου) στην Τεργέστη.


Πηγές κειμένου:

Στέφανος Δόνος: Στρατηγήματα, η κατάληψη της Πρεβεζας το 1684

Κωνσταντίνος Σάθας: Τουρκοκρατούμενη Ελλάς

Locatelli, Alessandro: Racconto Historico Della Veneta Guerra in Levante

Garzoni Pietro: Istoria della republica di Venezia in tempo della Sacra Lega contra Maometto IV,Parte Prima, Venezia 1720

Beregani Νιcola: Historia delle guerre d Europa dalla comparsa dell Armi Ottomane nell Hungheria l anno 1683,parte prima,Venetia 1698

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

 Η άγνωστη μάχη της Σαλαώρας στις 

08 Οκτωβρίου 1912

Κολάζ για τη μάχη της Σαλαώρας. Χάρτης με τα τοπωνύμια της περιοχής. Οι σημαίες είναι τα δυο Οθωμανικά φυλάκια της Σαλαώρας (Το φρούριο στο λιμάνι και το φυλάκιο Φεϊζή μπέη στην είσοδο του τόπου), αριστερά Ελληνικός στρατός σε επίθεση το 1912. το τετράγωνο είναι το σημείο της μάχης

Η Σαλαώρα ως γνωστόν ήταν το σημαντικό λιμάνι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Ήπειρο, γιατί εδώ κατέφθαναν τα εμπορεύματα που προμήθευαν την Ήπειρο ακόμη και στην ύστερη Οθωμανική περίοδο. Στη Σαλαώρα υπήρχε φρούριο Οθωμανικό με δύναμη 40 ανδρών ενώ στη είσοδο της Σαλαώρας αμέσως μετά την Παλιοσκαμνιά υπήρχε φυλάκιο που οι Οθωμανοί το ονόμαζαν Φεϊζή Μπέη. Με την έναρξη του πολέμου οι Οθωμανοί του φρουρίου της Σαλαώρας εγκατέλειψαν τη θέση τους και έφυγαν για την Πρέβεζα. Έμεινα όμως και πολλοί σκόρπιοι στον κάμπο.

Με τις επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού στον κάμπο οι Τούρκοι έφευγαν είτε για την Φιλιππιάδα, είτε για την Πρέβεζα. Έτσι ως τις 08.10.1912 ο κάμπος είχε ελευθερωθεί. Στις 06 και 07 Οκτωβρίου έφιππα τάγματα χωροφυλακής, που βρίσκονταν υπο τις διαταγές του Αλ. Κοντούλη ανακοίνωσαν στα χωριά Ιμάμ Τσαούς, Πέτρα, Στρογγυλή, Ζαβάκα, Μαρατιούς, Βίγλα, Ράχη την απελευθέρωση.

Οι Τούρκοι που δεν πρόλαβαν να φύγουν υπολογίζεται πως ήταν γύρω στους 100. Διοικητής ήταν ένας λοχαγός. Σιγά σιγά μαζεύτηκαν όλοι τους και η μόνη λύση ήταν να φύγουν μέσω Σαλαώρας. Ίσως να μην γνώριζαν, πως η Οθωμανική φρουρά είχε εγκαταλείψει το φρούριο. Ο Ελληνικός Στρατός είχε δώσει εντολή σε ένα τάγμα ιππικού να ανιχνεύσει την περιοχή νότια της Φιλιππιάδας. Η Φιλιππιάδα δεν είχε πέσει ακόμη. Το σώμα αποτελούνταν από 50 ιππείς. Αντιλαμβανόμενοι το οθωμανικό τάγμα, έτρεξαν από πίσω τους. Οι Οθωμανοί μόλις είχαν περάσε την Παλιοσκαμνιά και οχυρώθηκαν προφανώς στο φυλάκιο του Φείζη μπέη στην είσοδο της Σαλαώρας. Ο δρόμος παλιότερα ήταν πιο μέσα αριστερά, όχι όπως είναι σήμερα. Εκεί άρχισε σφοδρή μάχη. Για το ιππικό ήταν δύσκολο και αφού παράτησαν τα άλογα πήραν θέσεις γύρω γύρω αλλά ήταν δύσκολο να καταφέρουν πολλά καθότι το καλό σημείο άμυνας το κρατούσαν οι Τούρκοι. Η μάχη συνεχίστηκε μέχρι το βράδυ χωρίς να επιτευχθεί τίποτα. Οι Τούρκοι όμως, φαίνεται γνώριζαν και αυτοί καλά το μέρος και την νύχτα οπισθοχώρησαν σιγά σιγά, φτάνοντας στην παραλία και μπάινοντας σε λέμβους έφυγαν για την Πρέβεζα. Τα χωριά του βόρειου Αμβρακικού είχαν πλέον ελευθερωθεί όλα.

Την πληροφορία αυτή την οφείλουμε στον Β. Κατωπόδη, πολεμικό ανταποκριτή της εφημερίδας “Πατρίς” , σε δημοσίευση του στις 12.10.1912, φύλλο 6756, σελ. 4

Από την εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ , το μικρό άρθρο του Κατωπόδη για την μάχη της Σαλαώρας


Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2025

 ΜΠΟΥΛΟΝΑΣΑΙΝΑ 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Γλέντι στο Σκαμνέλι.  Αρχείο Θεοφάνη Φραγκούλη. Παρουσιάστηκε στο διαδίκτυο από τον Βασίλη Χολέβα

Σαν λάτρης της παραδοσιακής μας μουσικής με ενδιέφερε πάντα σε ιστορικά τραγούδια να ξέρω και τι κρύβεται πίσω απ αυτά. Έτσι πριν μερικά χρόνια έγραψα για τον Καπετάν Θανάση που μνημονεύεται στο σαρακατσάνικο άσμα “Τα μαύρα τα κλεφτόπουλα”, το Φεζοδερβέναγα κτλ. Ένα από τα αγαπημένα μου παραδοσιακά του Ζαγορίου είναι και η Μπουλονάσαινα. Στην Ήπειρο πιστεύω πως είναι ευρύτερα γνωστό. Λίγο πολύ, όσοι είμαστε Ηπειρώτες έχουμε ακούσει ή χορέψει την “Μπουλονάσαινα”.

Ποια ήταν η Μπουλονιάσαινα και η κυρά Φραγκούλαινα που μνημονεύονται στο άσμα καθώς και ποιοι ήταν οι ληστές θα τους δούμε όλους στην παρακάτω ιστορία, όπως την έχει διηγηθεί ο Θεόφιλος Φραγκούλης από το Σκαμνέλι Ζαγορίου.


Σκαμνέλι, Βίτσα και Τσεπέλοβο Ζαγορίου, μήνας Ιούνιος του 1882.


Τα χωριά του Ζαγορίου ήταν γνωστά για τον πλούτο τους και την ευημερία τους κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Η συνθήκη του Βοΐνικου που είχαν συνάψει τα 14 χωριά του Ζαγουρίου, όταν ήταν σουλτάνος ο Μουράτ Β΄, τους έδωσαν την ευκαιρία με προνόμια να πλουτίσουν. Απο τους μεσαιωνικούς ακόμη χρόνους το Ζαγόρι δέχονταν επιθέσεις ληστών και δη Αλβανών και αυτός ήταν ο λόγος που τους οδήγησε σε εθελοντική υποτέλεια στους Οθωμανούς . Βέβαια οι ληστές δεν σταμάτησαν ποτέ να παρενοχλούν το Ζαγόρι. Πότε το ένα χωριό, πότε το άλλο.

Ξενιτεμένοι σαν έμποροι αλλά και επιστήμονες και άνθρωποι των γραμμάτων οι Ζαγορίσιοι. Ένας απ αυτούς ήταν και ο γιατρός Δημήτρης Φραγκούλης, που έδρευε στο Σκαμνέλι. Εκεί είχε χτίσει το αρχοντικό του.

Ο μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης στο Σκαμνέλι. Αρχείο Γεωργίου Καρρά

Τον Ιούνιο του 1882 μια συμμορία ληστών από το Ελληνικό, πέρασε τα σύνορα και έφτασε ως το Ζαγόρι. Αρχηγός ήταν κάποιος Αποστολάκης και η συμμορία του αποτελούνταν από 25 άτομα. Είχαν πατήσει πρώτα τη Βίτσα και το Τσεοπέλοβο, το οποίο είχε και οθωμανική χωροφυλακή, και τώρα ήρθε η σειρά στο Σκαμνέλι. Οι ληστές εισέβαλαν τα μεσάνυχτα στο Σκαμνέλι και αφού έβαλαν καραούλια στο χωριό, μην τυχόν έρθει κάποιο απόσπασμα, πολιόρκησαν τρία αρχοντικά. Το ένα από αυτά ήταν το αρχοντικό του γιατρού Δημήτρη Φραγκούλη. Ο ίδιος ο γιατρός κείνο το βράδυ βρίσκονταν στη Λάϊστα. Σπίτι βρισκόταν η σύζυγος του γιατρού, η φερόμενη στο άσμα κυρά Φραγκούλαινα, η μεγαλύτερη αδερφή του Θεόφιλου Φραγκούλη, η Αγγελική Φραγκούλη. Οι ληστές αρχικά φώναξαν να τους ανοίξουν, και απείλησαν, πως αν δεν άνοιγαν θα έκαιγαν το σπίτι με πετρέλαιο. Μπαίνοντας στο σπίτι οι ληστές αναζήτησαν τον μεγάλο αδερφό του Θεόφιλου, τον Πέτρο Φραγκούλη, ο οποίος για καλή του τύχη, έλειπε κείνο το βράδυ. Αφού καταλήστεψαν το αρχοντικό τους , μάζεψαν όσους βρήκαν εκεί και δηλαδή τον Θεόφιλο, την μητέρα του και την αδερφή του Αγγελική και από τα άλλα δύο αρχοντικά τη Ουρανία Βολονάση και την Ελένη Τσόγια. Τους έσυραν μέσα από πέτρες, βράχους , αγκάθια και πυκνά δάση και τους συνεχώς βρίσκονταν σε πορεία. Η πείνα ήταν για αυτούς άγνωστη και πολλές φορές έτρωγαν μπομπότα, που πολλές φορές είχε και σκουλήκια και αν δεν την έτρωγαν, οι ληστές τους απειλούσαν να τους κόψουν τα κεφάλια. Οι ληστές είχαν στείλει μήνυμα και ζητούσαν 360 λίρες. Όταν τους δόθηκαν τα λύτρα, και δεν έλειπε ούτε μια λίρα, οι ληστές χοροπηδούσαν από την χαρά τους σαν πεινασμένα λιοντάρια γράφει ο Θεόφιλος Φραγκούλης.

Αξιωματικός στο  Σκαμνέλι.  Αρχείο Θεοφάνη Φραγκούλη. Παρουσιάστηκε στο διαδίκτυο από τον Βασίλη Χολέβα

43 Μέρες κράτησε η αιχμαλωσία τους. Όταν ήταν να φύγουν αποχαιρέτησαν τους ληστές. Πριν ξεκινήσουν να φύγουν, όταν αποχαιρετούσαν τους ληστές ο καπετάνιος έδωσε στον Θεόφιλο ένα πορτοφόλι με ένα 20δράχμο, που ο Θεόφιλος το κράτησε για ενθύμιο.

Ο Θεόφιλος Φραγκούλης αναφέρει για την αιχμαλωσία πως είχε καλά και κακά. Φαίνεται ο ίδιος να έπασχε από κάποια ασθένεια και του έκανε καλό το οξυγόνο , έμαθαν πως να προφυλάσσονται στο εξής και να γνωρίζουν τους εχθρούς τους. Ο Θεόφιλος πιστεύει, πως οι ληστές δεν ήρθαν τυχαία αλλά κάποιοι τους έστειλαν. Κακό έκανε στις γυναίκες, που τις κυρίευσε ο φόβος ενώ η μητέρα του ασθένησε για μεγάλο διάστημα.

Ο Θεόφιλος κλείνει την έκθεση του, γράφοντας πως το φαινόμενο της ληστείς δεν θα το συναντήσουμε μόνο στο Ζαγόρι αλλά σε όλη την Ήπειρο αν και ο βαλής Ηπείρου Χιβζί πασάς έχει φέρει κάποια τάξη.

Τώρα γιατί το τραγούδι ονομάζεται Μπουλονάσαινα και όχι Φραγκούλαινα ή Τσόγαινα έχει να κάνει με απλά πράγματα. Η Ουρανία Βολονάση διηγήθηκε και αυτή κάπου την ιστορία της μέχρι που η ιστορία έφτασε και στους μουσικούς και στιχουργούς της περιοχής, οι οποίο το έκαναν τραγούδι. Αν έχω ερευνήσει σωστά η Ουρανία Βολονάση (Μπουλονάσαινα) ήταν η νύφη του κοινοτικού γιατρού στο Σκαμνέλι, Κων. Βολονάση (παλιά αρχοντική οικογένεια) που απεβίωσε το 1915.

Όσον αφορά τους ληστές στο τραγούδι σε κάποιες διασκευές φαίνεται να είναι η συμμορία του Νταβέλη ενώ ο ίδιος ο αιχμάλωτος Φραγκούλης ονοματίζει τον Αποστολάκη. Δεν αποκλείεται όμως να ήταν και περισσότερες συμμορίες, καθότι οι ληστές σπάνια είχαν τέτοια δύναμη.


Το βιώματα του Θεόφιλου Φραγκούλη δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα “Φωνή της Ηπείρου” το 1896, 23 του Φλεβάρη.


Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2025

 Ραγούζα (Ragusa-Dubrovnik) – Mια φίλη πόλη της Άρτας από την υστερομεσαιωνική περίοδο ως την διάλυση της το 1806

Ραγούζα - Dubrovnik 16os αιώνας, χαρακτικό από τα αρχεία της πόλης 

Αν μια πόλη στον ύστερο Μεσαίωνα και στους νέους χρόνος είναι συνδεδεμένη με την Άρτα και το εμπόριο της αυτή είναι η Ραγούζα, το σημερινό Dubrovnik. Για πρώτη φορά η πόλη αναφέρεται από τον Κων/νο Πορφυρογέννητο σαν Λαυούσιον και αργότερα Ραούσιον. Ο αρχικός πληθυσμός της πόλης ήταν Ρωμάνοι ή αρομούνοι δηλαδή Βλάχοι θα λέγαμε. Αργότερα άρχισαν οι προσμίξεις με Σλάβους και άλλους Ρωμανόφωνους. Η Βενετία προσπάθησε να καταλάβει την πόλη μιας και την έβλεπε αντίζηλο στα 948 αλλά απέτυχε ενώ την κατέλαβε, όπως και σχεδόν όλη τη Δαλματία με τις Σταυροφορίες. Το Βυζάντιο, οι Σέρβοι και οι Βόσνιοι είχαν παραχωρήσει στην πόλη προνόμια εμπορίου. Στα μισά του 14ου αιώνα όταν οι Ούγγροι απλώθηκαν προς τα δυτικά η πόλη έγινε υποτελής του Ουγγρικού στέματος. Πέρα απο την σύμμαχο πόλη Ανκώνα ιδιαίτερες σχέσεις ειχε η Ραγούζα και με το Ηπειρωτικό Δεσποτάτο. Τόσο των Κομνηνοδούκων όσο και με του ξένους Ηγεμόνοες και ιδιαίτερα τους Τόκκους. Αλλά και στους νέους χρόνους δεν άλλαξε τίποτα. Η Ραγούζα δήλωσε υποτέλεια στους Οθωμανούς, υποχρεώθηκε να έχει πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη και να χειρίζεται το Οθωμανικό εμπόριο μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίαςκαι Ιταλικών χωρών. Έμπορους από την Ραγούζα μπορούσε να συναντήσει κανεις σε όλο τον μεσογειακό κόσμο. Μια από τις πρώτες μεγάλες καταστροφές που δέχτηκε η πόλη ήταν ο σεισμός του 1667 όπου περίπου 5000 κάτοικοι έχασαν τη ζωή τους μαζί και ο Ρέκτορας (κυβερνήτης) της πόλης. Οι Γάλοι του Ναπολέοντα θα διαλύσουν το κρατίδιο αυτό στα 1806.

Ραγουζαίος Εμπορος. Χαρακτικό του Nicholas de Nicholay, 1580


Η Ραγούζα και η Άρτα

Δεν είναι μόνο η λατρεία του Αγίου Βλάση (Σύμφωνα με κάποια παράδοση  ο Αγιος είχε βρεθει και στα μέρη μας) που μας συνδέει με την Ραγούζα. Αλλά πολύ περισσότερο το μεσαιωνικό εμπόριο. Αυτή την περίοδο ραγουζέικα πλοία φορτώνουν στην Ήπειρο και δη στο Φανάρι – Κάστρο Φανάρι-, όπως και στην Ρινιάσα (σημ. Κάστρο Ριζών Πρέβεζας) σιτηρά ενω  μπαίνουν και στον Αμβρακικό και εμπορεύονται αγαθά  απο την Δύση ενώ απο την Αρτα παίρνουν Σιτηρά, Αλάτι, Αυγοτάραχο, τυριά, κερί, μέλι κτλ. Οι δύο πόλεις επεκτείνουν τις σχέσεις τους και ανοίγουν  εμπορικούς οίκους τόσο στην Άρτα όσο και στην Ραγούζα. Ο πρώτος Αρτινός που καταγράφεται στα αρχεία της πόλης της Ραγούζας (Registi di Ragusa) είναι κάποιος έμπορος Νικόλας Καλιμάνης στα 1336. Το 1424 και 1425 συναντάμε τον αρτινό Ιωάννη Ελισεη (Joahnnes Helisay), πιστεύω πως πρόκειται περι αρτινού Εβραίου αλλά δεν μας δίνει ιδιότητα το αρχείο. Το 1428 συναντάμε τον Γιώρο Φούμο έμπορο από την Άρτα, Το Γεώργιο Κορώνο και κάποιους άλλους 6 Έλληνες από την Άρτα όπως του αναφέρει ενω το 1430 συναντάμε τον κάποιον στρατιωτικό Αντώνιο γιο του Μάρη από την Άρτα. Στα 1433 καταγράφεται μόνο ο τίτλος και είναι ο Πρέσβης του Δεσπότη της Άρτας. Στα 1436 κατγράφεται ο Antonellus Barges πρέσβης του Δεσπότη της Άρτας.  Την ίδια χρονιά συναντάμε άλλους δύο Πρέσβες του Δεσπότη της Άρτας όπως και τον έμπορο Δήμο Αρμιράγλιο. Επίσης στα  1436 Συναντάμε και τον αρτινό  Δήμο Μιράλη γνωστός στους Ραγουζαίους περισσότερο σαν  Dimo Grecus. Στα 1438 εμφανίζεται ένας άλλος Αρτινός , ο οποίς σύμφωνα με το αρχείο ονομάζεται  Theodor Teucer Cani , έμπορος και αυτός . Στα 1443 εμφανίζεται ένας άλλος Αρτινός έμπορος ο Gelasius Rubeus , ο οποίος σύμφωνα με το αρχείο της πόλης είναι γιος ενός στρατιωτικού Καπετάνιου. Την ίδια χρονιά το 1443 εμφανίζεται και ο Βενέδικτος ο Αρτινός σαν πρέσβης του Δεσπότη της Άρτας. Ο Αρτινός Βενέδικτος Μακρίνης φαίνεται να προσφέρει στρατιωτική υπηρεσία στα 1446. Στα 1459 εμφανίζεται ο Νικόλας από την Άρτα. Στο σύνολο όπως βλέπουμε μεταξύ 1350 και 1450 είχαν εγκατασταθεί στην Ραγούζα 22 Αρτινοί. Οι Ραγουζαίοι είχαν και με τους Αλβανούς Δεσπότες Σπάτα καλές σχέσεις. Τα πλοία του φόρτωναν αλάτι στις αλυκές της Κόπραινας. Ο Κάρολος Β΄ Τόκκος ακολουθωντας την φιλική πολιτική του θείου Κάρολο Α΄Τόκκου του απέναντι στην Ραγούζα επέτρεψε και αυτός να ανοίγονται εταιρείες (κομπανίες) για την αγορά δημητριακών. Έτσι στην Άρτα δραστηροποιήθηκαν οι Ραγουζάνοι Zypiani Lukarevic, o οποίος εμπορεύονταν  υφάσματα, σαπούνι, κάστανα και δέρματα και ο Νalescus de Georgio Djurcevic. Η κομπανία του Djurjevic ήταν αυτή που προμήθευε την σύζυγο του Κάρολου Α' Τόκκου Francesca Acciaiuoli καθώς και την άρχουσα τάξη με υφάσματα. Εκείνο το διάστημα η Ραγούζα είχε αναπτυγμένη βιοτεχνία στα υφάσματα με αποτέλεσμα να παραμερίσει την Αγορά της Βενετίας στην Άρτα. Ως αντάλαγμα οι Ραγουζαίοι  έπαιρναν απο την Άρτα σιτηρά. Ο διακονονισμός του εμπορίου γίνονταν με τον πρέσβη της Άρτας (Procutor). Eπίσης για λογαριασμό των Ραγουζαίων δούλευε και ο Φλωρεντίνος Franzesco Pitti, οικογένεια που υπάρχει ακόμη στη Φλωρεντία .Άλλοι Ραγουζαίοι που αναφέρονται στην Άρτα είναι ο Marin Cucetic, o Andre Darkovic , ο Nicolas Buric & Simeon Kalic. Το τελευταίο επώνυμο το βρίσκουμε στα 1560 σαν τιμαριούχο της Φιλιππιάδας. Δεν μπορω να βρω πόσο συμπτωματικό είναι.  Όταν ο Δεσπότης Κάρολος Β΄Τόκος βρεθηκε πιεσμένος από τους Οθωμανούς η Ραγούζα φαίνεται σαν προμηθευτής υλικών πολέμου. Αλλά και η υποταγή της Άρτας στους Οθωμανους δεν έφερε αλλαγές στο εμπόριο μεταξύ Ραγούζας και Άρτας. Ραγουζαίος είναι και ο πρώτος καπετάνιος που κάνει αναφορά για την παρουσία των Οθωμανών στην Άρτα και δη στην Κόπραινα. Στα 1751 γνωρίζουμε  από τα Γαλλικά αρχεία, πως στο προξενείο της Ραγούζας και της Νεαπόλεος είναι ένας Ραγουζαίος, ο οποίος εγκαταλείπει την Άρτα λόγω της διαφθοράς των Οθωμανών.  Απο τα αρχεία της Ραγούζας έχουμε την πληροφορία, ότι στα 1770,  8 Έλληνες έμποροι κρατούνταν εκεί στις φυλακές. Μεταξύ αυτών και τρία γνωστά ονόματα από την Άρτα ίσως και 4. Ο λόγος που κρατούνται οι έμποροι που είχαν φορτία από την Άρτα δεν γίνεται γνωστός. Ανάμεσα στους Αρτινούς έμπορους ήταν ο γνωστός και από τα Γαλλικά και βενετικά αρχεία μεγαλοέμπορας, λαθρέμπορας και κατα διαστήματα πρόξενος Ρίζος Δημήτρης Καραγιάννης. Άλλοι  Αρτινοί ήταν ο  Κώστας Χρήστου, Χρ.Νικ. Παπαγιώρη και ίσως και ο Γάτζος. Ως την πτώση της Δημοκρατίας της Ραγούζας η Άρτα θα συνεχίζει να έχει άριστες εμπορικές σχέσεις με την Άρτα.

Ραγουζαίοι άρχοντες ή πρόξενοι σε σχέδιο του 16ου αιώνα


Δυο πόλεις που έχουν γράψει κοινή εμπορική ιστορία για αιώνες, δυο πόλεις που τις βρέχει η ίδια θάλασσα, που κάποτε είχαν προξενεία.  Ίσως κάποτε θα πρέπει να το σκεφτεί και ο Δήμος Αρταίων μην τυχόν θα μπορούσε να γίνει μια αδελφοποίηση. Έχουμε πολλά κοινά να μοιραστούμε.


Πηγές κειμένου:

  1. Gerhard Ernst (Hrsg.): Romanische Sprachgeschichte/Histoire linguistique de la Romania
  2. Robin Harris, Storia e vita di Ragusa. Dubrovnik, la piccola Repubblica adriatica, Santi Quaranta, Treviso 2008
  3. Josip Vrandečić; Miroslav Bertoša, Dalmacija, Dubrovnik i Istra u ranome novom vijeku
  4. Barisa Krekic : Dubrovnik
  5. Peter Soustal: Zu den Handelsbeziehungen zwischen Ragusa und Epirus
  6. Ελευθέριος Βέτσιος: Το υστερομεσαιωνικό εμπόριο της Άρτας
  7. David Rheubottom (2000). Age, Marriage, and Politics in Fifteenth-Century Ragusa
  8. Στέφανος Ι. Παπαδόπουλος: Ελληνικά έγγραφα από το Ιστορικό Αρχείο της Ραγούζας (Dubrovnik)
  9. Φώτης Βράκας: Άρτα - Οθωμανοκρατία και απελευθέρωση. Γνωστά και άγνωστα γεγονότα από την Οθωμανική περίοδο 1449-1881  ως τον πόλεμο του 1897