Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περιηγητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περιηγητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

 Γυναίκες περιηγητές του 19ου αιώνα  Ντόρα ντ΄ Ίστρια ή Ελένη Γκίκα 

Μια γυναίκα περιηγητής στην Ήπειρο του 1860

Η Ελένη Γκίκα με το οικόσημο και την καλλιτεχνική της υπογραφή σαν Dora D' Istria

Όταν μιλάμε για περιηγητές, μιλάμε πάντα για άνδρες που επισκέφτηκαν τον Ελλαδικό χώρο από τον 15ο ως τον 19ο αιώνα. Υπήρχαν όμως και γυναίκες περιηγητές και λιγότερα γίνεται γι αυτές λόγος. Μια απ αυτές τις μορφές  ήταν και η Ελένη Γκίκα που φιλολογικά στο έργο της είναι γνωστή σαν Ντόρα ντ΄Ίστρια΄. Επειδή θέλω να είμαι ειλικρηνής ούτε εγώ είχα ασχοληθεί με γυναίκες περιηγητές ως  τη στιγμή που διάβασα την μελέτη της Αντιγόνης Χ. Σαμία "Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΩΝ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ ΚΑΙ ΓΑΛΛΙΚΑ ΠΕΡΙΗΓΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ".

Πoια ήταν η Ελένη Γκίκα - Dora D' Istria

Η Ντόρα ντ' Ίστρια όπως είπα είναι το φιλολογικό ψευδώνυμο της Έλενας Γκίκα. Οι οικογένεια Γκίκα έλκει την καταγωγή της από την σημερινή Βόρεια Ήπειρο. Πολλοί την θεωρούν καταγωγής Αλβανικής και πολλοί την θεωρούν με βλάχικη καταγωγή. Πηγαίνοντας η οικογένεια στο Φανάρι αφομοιώθηκε από τους Φαναριώτικους κύκλους με αποτέλεσμα να είναι μέρος αυτών.

Ο πατέρας της ήταν ο Mihai Ghica, μεγάλος βάνος (διοικητής) της Κραϊόβας και αργότερα υπουργός εσωτερικών απόγονος του Gheorghe Ghica από το Ζαγόρι και η μητέρα της η ελληνικής καταγωγής ρουμάνα πριγκίπισσα Αικατερίνη Φωκά

Ο θείος της Έλενας Γκίκα ο  Grigore IV. Ghica, Οσπαδάρος της Βλαχίας

Η ιδια έλαβε επιμελημένη μόρφωση κατ' οίκον — μια εκπαίδευση που έδινε ιδιαίτερη έμφαση στη σωματική άσκηση αλλά και την αρχαία ελληνική γραμματεία.  Στο πλαίσιο της περαιτέρω μόρφωσής της, ταξίδεψε στο εξωτερικό το 1840 συνοδευόμενη από τον πατέρα της, επισκεπτόμενη τη Δρέσδη, τη Βιέννη, τη Βενετία και το Βερολίνο· μάλιστα, στο Βερολίνο έδωσε κάποτε μια εντυπωσιακή επίδειξη της γνώσης της στην αρχαία ελληνική γλώσσα ενώπιον της αυλής.

Με την επιστροφή της στην πατρίδα το 1849, παντρεύτηκε τον Ρώσο πρίγκιπα Αλεξάντερ Κολτσόφ-Μασάλσκι και έζησε αρκετά χρόνια στη Ρωσία, κυρίως στην Αγία Πετρούπολη. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να βρει την ευτυχία — ούτε στο πλευρό ενός συζύγου εμποτισμένου με τη μεγαλορωσική ιδεολογία και τον θρησκευτικό φανατισμό της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ούτε στην αυλή του δεσποτικού τσάρου Νικολάου.

Το οικόσημο της οικογένειας Κολτσόφ-Μασάλσκι,  του συζύγου της, Πολωνολιθουανικής καταγωγής

Καθώς η υγεία της κλονιζόταν από το ρωσικό κλίμα, επέστρεψε στη Δυτική Ευρώπη το 1855, κατόπιν κοινής συμφωνίας με τον σύζυγό της. Αρχικά πέρασε αρκετά χρόνια στην Ελβετία, στη συνέχεια ταξίδεψε στην Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τελικά εγκαταστάθηκε στην Ιταλία, όπου διέμενε σε μια βίλα κοντά στη Φλωρεντία —αν και κατά καιρούς διέκοπτε τη διαμονή της για διάφορα ταξίδια, τόσο μακρινά όσο και σύντομα (όπως επισκέψεις στη Γαλλία, την Ιρλανδία και τη Βόρεια Αμερική το 1880).

Πρωτοεμφανίστηκε ως συγγραφέας το 1855 (με το όνομα Dora dIstria και γράφοντας κυρίως στα γαλλικά) και στη συνέχεια δημοσίευσε πλήθος έργων. Τα κείμενα αυτά αναδεικνύουν όχι μόνο εξαιρετική γλωσσική ικανότητα —κατείχε άριστα τη ρουμανική, την αλβανική, την ιταλική, τη γερμανική, την αγγλική, τη γαλλική, τη λατινική, την αρχαία και τη νέα ελληνική, καθώς και τη ρωσική γλώσσα— αλλά και ευρεία παιδεία που εδραζόταν στη βαθιά γνώση, καθώς και μια φιλελεύθερη οπτική για θρησκευτικά και πολιτικά ζητήματα, παράλληλα με ένα πραγματικά αξιοσημείωτο εκφραστικό χάρισμα


Γραβούρα της Ελένης Γκίκα/Ντόρα ντ' Ιστρία από άγνωστο καλλιτέχνη στην εφημερίδα «Freya» του 1866.

Με την πένα της και το έργο της σε διάφορα έντυπα στην Ευρώπη (έγραφε στα Γαλλικά) πολέμησε το ανθελληνικό πνεύμα που καλλιεργούνταν τότε στην Ευρώπη ενω ενίσχυσε χρηματικά και με όπλα την Κρητική επανάσταση.

Το 1860 ταξίδεψε στον Ελλαδικό χώρο. Στο Οθωμανοκρατούμενο και στο Ελληνικό κράτος.  Θέλοντας να γνωρίσει τους τόπους καταγωγής της οικογένειας έφτασε στην Ήπειρο.


Πίνακας του Petre Mateescu με την Ελένη Γκίκα - Dora D' Istria στα 1876, Βουκουρέστι


ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ

Η πρώτη της επαφή με την Ήπειρο ήταν η Πρέβεζα. Εδώ έρχεται σε επαφή με την Ηπειρωτική πραγματικότητα υπο Οθωμανική διοίκηση και την ναυτική σημασία της πόλης. Συνέχισε στα Ιωάννινα, όπου μαγεύτηκε απο το νησί και το κάστρο. Επισκεφθηκε την Ζίτσα, το Σούλι, την Παραμυθιά και την Πάργα Ήθελε να επισκεφθεί και το Ζαγόρι, που το θεωρούσε κοιτίδα της οικογένειας της , τελικά δεν πήγε.

Το εξώφυλλο του βιβλίου της "Οδοιπιρικό στη Ρουμελία και Μοριά"

Πηροφορίες για την Ήπειρο

Στο σπουδαία έργα της μας δίνει πολλές πληροφορίες για την Ήπειρο. Καταγράφει τους αγώνες των Σουλιωτών και με θαυμασμό γράφει για τις Σουλιώτισσες, καταγράφει τις τοπικές ενδυμασίες και τοπικά τραγούδια. Κάνει μεγάλη αναφορά για τον Αλή πασά και την εκπαίδευση στα Ιωάννινα. Μελέτησε προσεκτικά την καθημερινότητα, τα δικαιώματα, την εκπαίδευση και τον κοινωνικό ρόλο των γυναικών στην Ήπειρο.

Τα Ιωάννινα στα 1862. Αγγλική Γκραβούρα

Σε κείμενο της για τους Ηπειρώτες, που μετέφρασε η Αντιγόνη X. Σαμίου, θα διαβάσουμε τα εξής:

«Είχα χίλιες ευκαιρίες στο ταξίδι μου, σημειώνει, να παρατηρήσω την ακρίβεια και το βάθος των παρατηρήσεων που βρίσκομε στους συγγραφείς της αρχαιότητας στους διάφορους πληθυσμούς της Ελλάδας [... ]γνωρίζουμε ότι οι Ηπειρώτες, αν και έμειναν κάτω από την τουρκική κυριαρχία, δεν εκφύλισαν την πολεμοχαρή και σκανδιαλιάρικη διάθεση των προγόνων τους. Στις επαρχίες τις οποίες η Ελλάδα έβλεπε πρωτόγονα σαν να ανήκουν στον βάρβαρο κόσμο, το ελληνικό στοιχείο βρίσκεται παρόν με ετερόκλητα στοιχεία, έτσι όπως πριν από την εποχή όπου το σπαθί του Φιλίππου και του Αλέξανδρου χώριζαν τη Μακεδονία από τις δημοκρατίες της Ελλάδας».

 

Ο Γέρο-Σουλιώτης.Έργο του Charles Laplante από το L'illustrazione popolare, Fratelli Treves Editori - Milano, 1884.

Η Dora D'Istria ήταν πολύ καλή ζωγράφος. Ήταν μέλος πολλών εκπαιδευτικών συλλόγων, όπως η Ιταλική Ακαδημία. Είχε ανακηρυχθεί ως επίτιμη πολίτης από το Κοινοβούλιο της Ελλάδας και ως επίτιμη δημότης από ορισμένες ιταλικές πόλεις.

Η Ελένη Γκίκα - Dora D' Istria το 1880

Πηγές:

·      Αντιγόνη Σαμίου: Η Ήπειρος μέσα απο Αγγλικές και Γαλλικές πηγές

·  Roberta Fidanzia, Dora d'Istria. Uno sguardo femminile sull'Ottocento. Risorgimento, pedagogia politica, condizione femminile, Aracne Editrice, Roma 2013.

· Roberta Fidanzia, Dora d'Istria. O privire feminină asupra secolului al XIX-lea, Drengo 2018 - Traduzione e prefazione di Viorica Balteanu

·       Meyers Konversations-Lexikon. In turn, it cites as references:

·       Αrmand Pommier, Madame la comtesse Dora d'Istria (Brussels 1863)

·       Charles Yriarte, Portraits cosmopolites (Paris 1870)

·       Bartolomeo Cecchetti, Bibliografia della Principessa Elena Ghika, Dora D'Istria (6. Ed., Florence 1873).

·       Francois Buloz, Revue des deux mondes, 1875.

·       Dora D' Istria .Excursions en Roumélie et en Morée (Οδοιπορικό στη Ρούμελη και τον Μοριά)

·       Ίριδα Αυδή-Καλκάνη, «Ντόρα ντ΄Ίστρια (Ελένη Γκίκα)», στο Συλλογικό: Γυναίκες φιλέλληνες, Ε Ιστορικά, τ/χ.228 (18 Μαρτίου 2004), σελ.30-39

·       Wikipedia Dora D' Istria


Στη Via Leornado da Vinci 28, Firenze σε αναμνηστική πλάκα ενός κτηρίου διαβάζουμε:

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΕΛΕΝΑ ΚΟΛΤΣΟΦ ΜΑΣΑΛΣΚΙ

1828 - 1888

Αλβανή στην καταγωγή, Ρουμάνα στη γέννηση, Φλωρεντινή από επιλογή

Αναδείχθηκε και δοξάστηκε χάρη στις εξαίρετες πνευματικές της αρετές

υπό το ευρωπαϊκό όνομα Ντόρα ντ' Ίστρια

Στη μνήμη της σχεδόν τριακονταετούς διαμονής της σε αυτό το σπίτι, όπου και απεβίωσε

Ο Δήμος τοποθέτησε αυτή την πλάκα σε ένδειξη ευγνωμοσύνης και σεβασμού 1915

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2025

Τέσσερις φωτογραφίες του Richard Harding Davis απο τον πόλεμο του 1897 κοντά στην Άρτα

Richard Harding Davis

Ο Richard Harding Davis  ήταν γιος του δημοσιογράφου Λεμούελ Κλαρκ Ντέιβις και της μυθιστοριογράφου Ρεμπέκα Χάρντινγκ Ντέιβις, σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Λιχάι μετά την αποφοίτησή του από το λύκειο και στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο Τζονς Χόπκινς. Στη συνέχεια ξεκίνησε την καριέρα του ως δημοσιογράφος, γίνοντας δημοσιογράφος στην καθημερινή εφημερίδα The Philadelphia Record το 1886, προτού ενταχθεί στην Philadelphia Inquirer, όπου ο πατέρας του ήταν αρχισυντάκτης εκείνη την εποχή. Το 1889, μετακόμισε στην New York Sun και στη συνέχεια, το 1890, στο περιοδικό Harper's Weekly ως διευθύνων συντάκτης. Το 1897 βρέθηκε στην Ελλάδα και με την έναρξη του πολέμου έφτασε στη Βόνιτσα, όπου ακολουθησε τον Ελληνικο στρατό. Ειναι αυτός που θα μας δώσει τέσσερις καταπληκτικές φωτογραφίες με τους εθελοντές αλλά και τα κτήρια της Σαλαώρας. 

1. Μπαρκάροντας για Σαλαώρα

Ο R.H.Davis επιβεβάστηκε στην Βόνιτσα σε πλοίο και ακολούθησε τους άτακτους και τον στρατό ως τη Σαλάωρα


2. Στη Σαλαώρα

Στη Σαλαώρα είναι ο μόνος που με την φωτογραφία του μας έδωσε μια εικόνα των κτηρίων. Εδώ δείχνει Έλληνες Στρατιώτες που σέρνουν ένα Οθωμανικό κανόνι, που πήραν σαν λάφυρο. Επίσης σημειώνει, πως μόνο στην Σαλαώρα υψώθηκε Ελληνική σημαία σε δημόσιο Οθωμανικό κτήριο στον πόλεμο του 1897

3. Σε μια εκκλησία στον αρτινό κάμπο

Ο R.H.Davis φωτογραφίζεται με τον ιερέα και στρατιώτες

Στόχος του R.H. Davis ήταν να φθάσει στα Πέντε Πηγάδια. Ατύχησε όμως, μιας και όταν έφτασε αυτός οι Έλληνες βρίσκονταν σε οπισθοχώρηση και έζησε το χάος στη γέφυρα Άρτας. Απο Σαλαώρα καθοδόν για Άρτα σε κάποιο χωριό (δεν αναφέρει που) σταμάτησαν σε μία εκκλησία, όπου ήταν ένας παπάς. Να λοιπόν πως περιγράφει την συνάντηση:

Οι στρατιώτες σταμάτησαν κοντά στο μεσημέρι σε μια ελληνική εκκλησία—γιατί σχεδόν όλοι αυτοί οι χωρικοί που ζουν στις ακτές της Άρτας είναι Χριστιανοί—και ο γέρος ιερέας βγήκε έξω και φίλησε τον καθένα τους στο μάγουλο, και οι νικητές ήρωες γονάτισαν και φίλησαν το χέρι του. Έπειτα ακολούθησε κολατσιό και οι άντρες σκορπίστηκαν στην αυλή της εκκλησίας, και μερικοί μάδησαν και μαγείρεψαν τα κοτόπουλα που είχαν φέρει μαζί τους, και άλλοι κοιμήθηκαν, ξαπλωμένοι στις επιτύμβιες πλάκες, και άλλοι συνομίλησαν φιλικά και ομιλητικά με τους χωρικούς, που είχαν έρθει, γεμάτοι περιέργεια, από τα χωράφια για να τους υποδεχτούν”.

4. Κοντά στην Άρτα



Εύζωνοι κοντά στην Άρτα χορεύουν τον Εθνικό τους χορό (προφανώς τσάμικο).  Για το βάρδυ της γνωστής χαοτικής νύχτας του 1897 με την οπισθοχώρηση του στρατού αλλά και του λαού της υπάιθρου ο R.H.Davis έγραψε τα παρακάτω: "Και κανένα μαγαζί δεν ήταν ανοιχτό στην Άρτα εκείνο το βράδυ όταν ο στρατός υποχώρησε εναντίον της, και αξιωματικοί και άνδρες γέμισαν τους δρόμους μέχρι το φως της ημέρας, χτυπώντας τα κλειστά παντζούρια και προσφέροντας την τελευταία τους δραχμή για μια φέτα ψωμί, ενώ οι βοσκοί στρατοπέδευσαν με τα κοπάδια τους στα πεζοδρόμια και στις δημόσιες πλατείες. Αλλά τα οινοπωλεία ήταν ανοιχτά, και μέσα και έξω από αυτά οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί τους πατούσαν και σπρώχνονταν, πεινασμένοι και με πονοκέφαλο και διψασμένοι· και παρόλο που δεν ακούστηκε κανένα «σβήσιμο» φώτων εκείνο το βράδυ, ή αν άκουγε κανείς, δεν υπήρχε ούτε μεθυσμένος, ούτε καβγατζής, σε εκείνο το μεγάλο πλήθος που ήρθε και κατέκλυσε την πόλη".





Σάββατο 21 Ιουνίου 2025

Ο ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ MARTIN SCHULTZE  ΣΤΗΝ ΠΡΕΒΕΖΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟ 1857




O Martin Schultze γεννήθηκε στο Norhausen της Θουριγγίας (Thüringen) στις 11.01.1835. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος και μουσικός και έτσι διδάχθηκε τσέλο αν και η οικογένεια ήταν οικονομικά στριμωγμένη. Σύμφωνα με την αδερφή του Τερέζα όλα τα παιδια είχαν μια ευτυχισμένη νιότη. Αφού τελείωσε και την μεσαία βαθμίδα  του σχολείου έφυγε για την πόλη Χάλλε, όπου άρχισε να σπουδάζει γλώσσες. Εδώ γνωρίστηκε με Έλληνες φοιτητές και δέθηκε στενά μαζί τους. Μεταξύ αυτών ήταν ο Αλέξανδρος Λυκούργος, γιος του Λυκούργου Λογοθέτη από τη Σάμο, ο οποίος  αργότερα έγινε επίσκοπος στη Σύρα. Ένας άλλος, ο Στέφανος Ράδος, είχε επιλεγεί από την πόλη των Ιωαννίνων για να γίνει καθηγητής στο τοπικό γυμνάσιο στα Ιωάννινα. Αυτός δίδαξε τους Έλληνες γερμανικά και αυτοί του έμαθαν Ελληνικά. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ο Μάρτιν Σούλτσε μιλούσε άπταιστα την Ελληνική και μαζί τους μιλούσε μόνο Ελληνικά. Επίσης έμαθε και τούρκικα. Η επαφή του με τους Έλληνες είχε δώσει στον Μάρτιν την επιθυμία να γνωρίσει και την όμορφη πατρίδα τους. Ο καθηγητής του Ράδου αλλά και καθηγητής του Μάρτιν Σούλτσε ο κύριος Ρός(Roß) του έδωσε συστατικές επιστολές για την Κέρκυρα.  Σύντομα βρέθηκε μια θέση εργασίας,  η μισή ως μεταφραστής στην γραμματεία του Αυστριακού Πρόξενου Φ. Χάας  στα Ιωάννινα της Ηπείρου, και η μισή ως δάσκαλος για τα δύο μεγαλύτερα παιδιά του Χάας (τα οποία, παρεμπιπτόντως, είχαν επίσης έναν καθηγητή Γερμανικών και έναν δάσκαλο Ελληνικών), και έτσι ο Μάρτιν, γεμάτος ελπίδα στο στήθος του και συνοδευόμενος από τις ευλογίες των γονέων και των αδελφών του, έφυγε από το Νόρντχαουζεν τον Μάιο του 1857, οδεύοντας προς ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον. Με την Αυστριακή Εταιρεία Lloyd  έφτασε μέσω Brindisi στην Κέρκυρα. Στην Κέρκυρα  γνωρίστηκε με τον Λουϊτζι, έναν Ναπολιτάνο, που είχε κατάστημα με ψάθινα καπέλα αλλά έκανε και παζάρια με ρολόγια και χρυσό. Θα συνεχίσει το ταξίδι του στην Ήπειρο με τον Λουίτζι , ο οποίος ταξίδευε για εμπορικούς λόγους ως τα Ιωάννινα. Από την Κέρκυρα πήρε το  ατμόπλοιο ως την Πρέβεζα και απο κει στη Σαλαώρα, Αρτα, Ξηροβούνι και Γιάννινα. Στην επιστροφή του για την  Πρέβεζα επέλεξε να περάσει απο Στριβίνα, προφανώς Λευτεροχώρι (Φιλιππιάδα), Καντζά, Λούρο και Νικόπολη. Οι σημειώσεις και τα τρια σκίτσα του μας δίνουν εικόνες της εποχής. Από την Πρέβεζα συνέχισε το ταξίδι του για την υπόλοιπη Ελλάδα. 

Στην Πρέβεζα

«Το βράδυ της 11ης Ιουνίου, μετά από εξαήμερη παραμονή (στην Κέρκυρα) , πήρα το ατμόπλοιο για την Πρέβεζα, το οποίο ταξίδι δεν είχε καμία δυσκολία ή και ναυτία. Στο πλοίο βρίσκονταν μεταξύ άλλων, ένας Ιταλός, ο Λουίτζι, από τη Νάπολη, ο οποίος είχε ένα κατάστημα με ψάθινα καπέλα στην Κέρκυρα και ταξίδευε στα Ιωάννινα με διάφορα χρυσά αντικείμενα, ρολόγια και ψάθινα καπέλα.

Το επόμενο πρωί, η πόλη της Πρέβεζας απλωνόταν μπροστά μας, μισοκρυμμένη μέσα στους ελαιώνες. Είχαμε περάσει με ασφάλεια την επικίνδυνη όχθη μπροστά στο λιμάνι, η οποία έδωσε στην πόλη το ιταλικό της όνομα (previsione). Δεν προλάβαμε να αποβιβαστούμε και αμέσως έφτασε ενα τσούρμο ανδρών με αλβανικές ενδυμασίες, που κατόπιν αυτοπροσδιορίστηκαν σαν υπάλλλοι του τελωνείου και ώρμησαν πάνω στα υπάρχοντα μας και τα έψαξαν.

Ωστόσο, ένας τεράστιος Αφρικανός, καβάσιλας του Αυστριακού προξένου, οπλισμένος με ένα μαστίγιο από δέρμα ιπποπόταμου, σύντομα αποκατέστησε την τάξη και δεν μας ενόχλησε κανείς πλέον. Στη συνέχεια, επισκέφτηκα πρώτα την κατοικία των εμπόρων Καραμάννη και Μαμμάτη, για τους οποίους ο Παραμυθιώτης μου είχε δώσει μια συστατική επιστολή στην Κέρκυρα. Με υποδέχτηκαν με μεγάλη φιλοξενία και στη συνέχεια με οδήγησαν στην αγορά (Tschârschy*), όπου είχαν τις δουλειές τους.

Εδώ, σύντομα συγκεντρώθηκαν πολλοί γνωστοί, συμπεριλαμβανομένου ενός ιερέα, για να ακούσουν νέα από τον νεοφερμένο άνδρα από τα ξένα.

Μετά πηγαίμε μαζί το σχολείο. Στην κάτω τάξη, στο ισόγειο, ένας δάσκαλος με παντελόνι από δέρμα ελαφιού, καφτάνι και φέσι, κρατώντας ένα μπαστούνι, έδινε διάλεξη. Στην άνω τάξη, το «Ελληνικό σχολείο», ένας νεαρός άνδρας με ευρωπαϊκή ενδυμασία, χωρίς σκέπη στο κεφάλι, καθόταν στο αναλόγιο και συζητούσε για τον Ξενοφώντα.

Oι μαθητές σηκώθηκαν όρθιοι μόλις μπήκαμε, και ο καθηγητής με προσκάλεσε να πάρω τη θέση του, κάτι που αρνήθηκα με ευγνωμοσύνη. Το απόγευμα, πήγαμε στη Σκάλα (αποβάθρα) του Αυστριακού Προξενικού Γραφείου.

Υπήρχε ένα ιστιοφόρο με προορισμό τη Σαλαγορά (Σαλαώρα). Σύντομα, έφτασαν και άλλοι επιβάτες. Πρώτος ήταν ο έμπορος Λουίτζι, ο οποίος με χαιρέτησε θερμά σαν παλιός γνωστός. Έπειτα, ένας Έλληνας ιερέας, ένας Τούρκος επιχειρηματίας με ένα μακρύ πράσινο καφτάνι, μετά ένας Τούρκος στρατιώτης και τέλος ένας Αλβανός «Ντερμπέν Αγά» (φύλακας των ορεινών περασμάτων, συνοριοφύλακας, στην πραγματικότητα Ντερμπέντ Αγά ή, καλύτερα, Ντερμπεντσί). Αφού αποχαιρέτησα τους γνωστούς μου, και ο Ταΐρ, ο Μαύρος Καβάσιλας, είχε φέρει την αυστριακή αλληλογραφία για τα Γιάννενα στο πλοίο για λογαριασμό του προξενικού πράκτορα Γκιούροβιτς, το πλοίο ξεκίνησε. Το κύριο πανί τεντώθηκε και αποπλεύσαμε στην μόλις κινούμενη επιφάνεια του κόλπου της Άρτας, πλαισιωμένη από ευχάριστο πράσινο.


Πρέβεζα: Στα δεξιά, το τουρκικό τελωνείο, και πίσω του το αγγλικό Προξενείο. Στο βάθος, που εκτείνεται από τα αριστερά, βρίσκεται το ακρωτήριο του Ακτίου και πέρα ​​από αυτό τα βουνά της νήσου Λευκάδας. Ιδιόχειρο σκίτσο, από τη σκάλα του αυστριακού προξενικού γραφείου.


Ταξίδι προς Σαλαώρα

Εφόσον καθόμασταν ή ήμασταν ξαπλωμένοι αρκετά κοντά ο ένας στον άλλον στο μικρό κατάστρωμα, προέκυψε φυσικά μια γενική συζήτηση. Ωστόσο, δεν ήταν εύκολο να τη συντηρήσουμε. Ο άντρας με το πράσινο καφτάνι μιλούσε μόνο τουρκικά, ο Λουίτζι μόνο ιταλικά και οι βαρκάρηδες μόνο ελληνικά. Οι υπόλοιποι έπρεπε να βοηθήσουμε. Ό,τι έλεγε το «καφτάνι» (ο τούρκος έμπορος) μεταφραζόταν στα ελληνικά από τον στρατιώτη ή τον Αλβανό, και εγώ το μετέφραζα στα ιταλικά, και αντίστροφα.

Ο αέρας ήταν ζεστός και ηλιόλουστος. Πράσινα νησιά παρασύρονταν σιωπηλά δίπλα μας, και στο βάθος υψώνονταν η λευκή λαμπερή Πίνδος ξανά. Η συζήτηση άρχισε να σταματά. Ο ιερέας, που είχε ξαπλώσει στο κατάστρωμα πίσω από την ανοιχτή ομπρέλα του, κοιμόταν βαθιά. Ο «Πράσινος» είχε κρυφτεί στο κάτω αμπάρι για να ξεφύγει από τον ήλιο. Το μόνο που ήταν ορατό ήταν τα σύννεφα καπνού από το τσιμπούκι του. Μόνο ο στρατιώτης συνέχισε να κουβεντιάζει χαρούμενα, ξεφλουδίζοντας ωμά αγγούρια και τρώγοντάς τα με απόλαυση, και μας κάλεσε να τον συναντήσουμε.

Το πλοίο στράφηκε τώρα βόρεια, και σύντομα βρισκόμασταν στο ακρωτήριο που είναι γνωστό ως Σαλαγόρα (ή ίσως πιο σωστά, Σαλαχώρα).

……Απο την Σαλαώρα ο Martin Schultze θα συνεχίσει το δρόμο με άλογα για την Άτα. Δύο ώρες μετά την Σαλαώρα θα σταματήσουν σε κάποιο χωριό του κάμπου, δεν αναφέρει όνομα, θα διανυκτερεύσουν εκεί, αφου θα κοιμηθούν σε μια καλύβα πάνω σε μια ψάθα. Το πρωι συνέχισαν το δρόμο για την Άρτα, περνώντας την γέφυρα μας περιγράφει λίγο την πόλη και την επισκεψή του στην Μητρόπολη. Φεύγονατς από την Άρτα για Γιάννινα διανυκτέρευσε στο χάνι του Καρβασαρά, στον σημερινό Γοργόμυλο και την επομένη με μια στάση στα Πέντε Πηγάδια συνέχισε το δρόμο για τα Ιωάννινα. 

Το χάνι του Καρβασαρά. Σχέδιο κατόπιν περιγραφών και έρευνας του Γοργομυλίτη 
Ιωάννη Δ. Τζιανούμη από παρουσίαση του Γιώργου Παπακώστα

Στην επιστροφή του από τα Ιωάννινα στόχος του ήατν να φτάσει στο Κατσικοπάζαρο και απο κει να μεταβεί δια ξηράς στην Πρέβεζα. Καθοδόν εμαθε πως ο πασάς της Άρτας μόλις είχε καθαρίσει μια ομάδα ληστών και έστελνε το κεφάλι του αρχηγού τους στα Ιωάννινα. Αργά έφτασε στην Στρεβίνα, όπου φιλοξενήθηκε στο αρχοντικό του  γαιοκτήμονα Χρήστου Σταμάτη. Και συνεχίζει...

 

To χάνι στο Κατσικοπάζαρο, 1912, Εφημερίδα Ατλαντίς

Επιστροφή

Την επόμενη μέρα, η πορεία μας έστριψε από την πεδιάδα της Άρτας και δυτικά πάνω από τα βουνά προς την κοιλάδα του ποταμού Λούρου, καθώς θέλαμε να φτάσουμε στην Πρέβεζα απευθείας από την ξηρά. Το τοπίο είναι μαγευτικό: Στη μέση της κοιλάδας, το ποτάμι κυλάει, αφρίζοντας και βρυχώμενο, παρόμοιο με τον ποταμό Μπόντε κοντά στο Ρόστραπ. Δεξιά και αριστερά, τον φράζουν αειθαλή δέντρα σαν ρομαντικές ομάδες

Πιο πίσω υψώνονται γκροτέσκοι βράχοι, ανάμεσα στους οποίους ελίσσεται το μονοπάτι μας. Μερικοί υπερυψωμένοι μύλοι κινούνται με τάφρους, των οποίων το νερό φράσσεται για ώρες από το ποτάμι και εκτρέπεται ψηλά. Μια λευκή εκκλησία λαμπυρίζει κάτω από το σκοτεινό φύλλωμα, και ένας καταρράκτης βρυχάται κοντά. Σε έναν  μικρό λόφο  δεσπόζει  ένα ερείπιο με γοτθικά παράθυρα και μυτερή αψίδα.

Νιώθει κανείς σαν να έχει μεταφερθεί στη Γερμανία, ίσως στα ερείπια του μοναστηριού Walkenried. Λίγα αγρόσπιτα, λευκά και γοητευτικά σε ιταλικό στιλ, μαρτυρούν πλούτο. Οι Βενετοί κυβέρνησαν κάποτε εδώ, και η γοτθική αρχιτεκτονική πιθανότατα προέρχεται από αυτούς. Τα βουνά τώρα πλησιάζουν το ένα στο άλλο, και κοκκινωποί βράχοι, όπως αυτοί κοντά στο Ilfeld,στενεύουν την κοιλάδα. Το μονοπάτι μας σύντομα απομακρύνεται από το ποτάμι, κατευθυνόμενο δυτικά στο δάσος και τα βουνά.

Σύντομα, εμφανίζεται μια λίμνη (προφανώς εννοεί την λίμνη Μαυρή που αποξηράνθηκε απο την Εταιρεία Booth) με όμορφα δασωμένες ακτές. Εν τω μεταξύ, αρχίζει να βρέχει και το καραβάνι προχωρά αθόρυβα, τυλιγμένο στα παλτά του. Ένας μεγάλος βάλτος εμποδίζει την πορεία μας . Έπρεπε να κατεβούμε από τα άλογα για να ξεφύγουμε από τους αγκαθωτούς θάμνους στην πλαγιά των λείων βράχων. Τα άλογα γλιστρούν, κυλούν στην ομαλή πλαγιά και μπορούν να ξαναβγούν μόνο με δυσκολία.



Η λίμνη Μαυρή και τα όμορα Έλη, ο δρόμος που ακολούθησε ο Μάρτιν Σούλτς και ο οικισμός Καντζάς (Στεφάνη Πρέβεζας) στην είσοδο της Λάκκας. Μέρος από τον Οθωμανικό χάρτη του νότιου τμήματος του βιλαετίου των Ιωαννίνων με εικονογραφήσεις από διάφορα μέρη (Πέντε Πηγάδια, Γέφυρες Καλογήρων, Πηγές Λούρου) σχεδιασμένος το 1896 από τον Χαλίλ Ιμπραχίμ Εφέντη, της Αυτοκρατορικής Σχολής Πολεμικών Τεχνών. Έγχρωμη λιθογραφία του 1900. (Δεύτερη έκδοση). Συλλογή χαρτών Νίκου Δ. Καράμπελα, Ίδρυμα Ακτία Νικόπολις, Πρέβεζα


Τέλος, συνεχίζουμε μέσα από λιβάδια και κοιλάδες προς τον Γκάντζα (Γκάντσια), ένα αρκετά όμορφο χωριό με μια όμορφη εκκλησία, όπου σταματάμε στο σπίτι του Σπύρου Σακκά, ενός αντιπροσώπου του χονδρεμπόρου Βιτάλη στην Κωνσταντινούπολη.

Στο άνετο δωμάτιο που μας υποδέχεται για το μεσημεριανό μας διάλειμμα, παρατηρώ λάμπες λαδιού (λιχνάρια) φτιαγμένες από πηλό, οι οποίες δεν υστερούν πολύ σε «κομψό» σχεδιασμό από αυτές των αρχαίων.

Εν τω μεταξύ, η βροχή είχε σταματήσει. Προχωρήσαμε, πρώτα κατά μήκος ενός πέτρινου μονοπατιού μέσα από βάλτο, όπου επικρατούσε πλούσια βλάστηση, κατά μήκος του ποταμού και στη συνέχεια διασχίζοντας την πεδιάδα προς τον Λούρο, ένα μεγάλο αλλά φτωχό χωριό, του οποίου οι καλύβες ήταν ως επί το πλείστον φτιαγμένες από καλάμια ή άχυρο και χώμα.

Οι κάτοικοι ισχυρίστηκαν ότι το χωριό τους είχε πρόσφατα λεηλατηθεί από Έλληνες ληστές και στη συνέχεια κάηκε από Τούρκους στρατιώτες, τους διώκτες αυτών των ληστών.Ίσως μόνο το δεύτερο να ήταν αλήθεια, και οι ίδιοι οι κάτοικοι μου φαίνεται πως είχαν μια τάση προς τη ληστεία.

Διότι αυτές οι δυνατές και ελαστικές φιγούρες με τα έντονα, λαμπερά μάτια τους δεν έδειχναν ότι φοβόντουσαν τους ληστές. Φαινόταν επίσης να είναι πολύ έμπειροι στη χρήση όπλων και επιπλέον, διατηρούσαν αρκετά μεγάλα επιθετικά σκυλιά.  Aυτός ο αθρώπινος τύπος εδώ, χάρη στο μείγμα ιταλικού αίματος, είναι διαφορετικός από αυτόν της κεντρικής Ηπείρου. Οι άνδρες, και ιδιαίτερα οι γυναίκες, κυρίως με μαύρα μάτια και μαύρα φρύδια (μαυρομμάτης, μαυροφρύδης), έχουν μια ιδιαιτερη ομορφιά. Ένα από τα καλύτερα σπίτια κατοικούνταν από μια χήρα και την κόρη της. Εκεί βρήκαμε επαρκή καταλύματα για τη νύχτα.

Την επόμενη μέρα ξεκινήσαμε αργά, καθώς είχαμε μόνο μια σύντομη πορεία μπροστά μας. Το μονοπάτι ήταν αρκετά καλό. Πρώτα κατά μήκος της πεδιάδας και στη συνέχεια πάνω από την τελευταία σειρά λόφων. Σύντομα φτάσαμε στο κέντρο της χερσονήσου, στις οποίας την άκρη βρίσκεται η Πρέβεζα. Ο κόλπος της Άρτας απλωνόταν μπροστά μας με τις χερσονήσους και τα νησάκια του, καθώς και τα μεγάλα ιχθυοτροφεία που θύμιζαν λίμνη.

Λίγο αργότερα εμφανίστηκε  από την άλλη πλευρά το Ιόνιο πέλαγος. Δεξιά και αριστερά, μπορούσαμε να δούμε τον αφρό των κυμάτων. Τελικά, οι λόφοι  τελείωσαν και εμείς συνεχίσαμε κατά μήκος του προσχωσιγενούς εδάφους. Έπειτα, κάτω από κισσό και άλλα αειθαλή φυτά, εμφανίστηκαν τα ερείπια της Νικόπολης, της πόλης που έχτισε ο Αύγουστος μετά τη νίκη στο Άκτιο. Καλύπτουν μια πολύ μεγάλη έκταση και εκτείνονται σχεδόν από τη μία θάλασσα στην άλλη.

Αρχαία Νικόπολις. Σχέδιο του Edward Lear  με υδατόχρωμα, μελάνι σέπιας και γραφίτη, σε χαρτί, 25,1 x 43,1 εκ. (Harvard University – Houghton Library)

Ορισμένα κτίρια είναι καλά διατηρημένα, ειδικά ένα θέατρο, όπου οι σκάλες που οδηγούν στους άνω ορόφους των εδωλίων εξακολουθούν να είναι ορατές. Υπάρχουν επίσης πύλες και κατασκευές που μοιάζουν με θριαμβευτική αψίδα. Πολλά μικρότερα ιδιωτικά σπίτια θα μπορούσαν με μικρή προσπάθεια να γίνουν και πάλι κατοικήσιμα, καθώς το κονίαμα που συγκρατεί τις πέτρες είναι ακόμα πολύ σκληρό.

Παράλληλα με το μονοπάτι εκτείνονται τα ερείπια ενός αγωγού νερού, από τον οποίο, ωστόσο, σώζονται ως επί το πλείστον μόνο οι πυλώνες, αλλά σε ορισμένα σημεία και οι καμάρες, μερικές φορές αρκετές η μία πάνω στην άλλη.

Τώρα μπήκαμε στον ελαιώνα που περιβάλλει την πόλη της Πρέβεζας στα βόρεια. Δύο ιππείς πέρασαν καλπάζοντας, ένας λευκός και ένας μαύρος, τους οποίους σύντομα αναγνωρίσαμε ως τον Κασάπη, τον γραμματέα του αυστριακού προξένου, και τον μαύρο Καβάσιλα, Ταΐρ Αγά. Μαζί τους, μπήκαμε στην πόλη, την οποία δεν μπορεί κανείς να δει  μέχρι που να εισέλθει μέσα σε αυτήν. Εδώ, στις 30 Ιανουαρίου, τα ροδάκινα ήταν σε πλήρη άνθιση, ενώ μερικές από τις ελιές κρέμονταν ακόμα στις ελιές.

Μετά από δύο πολύ ευχάριστες μέρες που περάσαμε στο σπίτι του Προξένου Γκιούροβιτς (Το βράδυ, μέρος της φράγκικης παροικίας συγκεντρώθηκε στο αυστριακό προξενείο για μουσική ψυχαγωγία. Ο ίδιος ο Γκιούροβιτς έπαιζε φλάουτο, και η κυρία Πηνελόπη Μπόζιο, μια  Αγγλίδα της οποίας ο σύζυγος ήταν Ιταλός γιατρός σε τουρκική υπηρεσία, τραγούδησε αγγλικά, ιταλικά και ελληνικά τραγούδια με συνοδεία κιθάρας. Ο νεαρός καθολικός ιερέας, Πάτερ Νταμάσο από την Ανκόνα, ήταν επίσης ένας ταλαντούχος τραγουδιστής), η σημαία κυμάτισε ψηλά στο τουρκικό φρούριο, αναγγέλλοντας την άφιξη του ατμόπλοιου που θα μας μετέφερε στο Λουτράκι. Σύντομα, το πλοίο έδωσε σήμα στο λιμάνι και επιβιβαστήκαμε αμέσως, παρά τον δυνατό άνεμο και την ταραχώδες  θάλασσα.

Αυτή η βιασύνη, ωστόσο, δεν θα ήταν απαραίτητη, καθώς η στάθμη της θάλασσας ανέβαινε σταθερά, εμποδίζοντας τη διέλευση από την επικίνδυνη όχθη του Ακτίου, η οποία βρίσκεται μόλις περίπου 3 μέτρα κάτω από την επιφάνεια και φράζει τον κόλπο της Άρτας.

Η αλυσίδα της άγκυρας σηκώθηκε, η μηχανή άρχισε να λειτουργεί και το «Oriente» γλιστρούσε πάνω στα ακίνητα, φουρτουνιασμένα κύματα. Καθώς πλησιάζαμε στο στόμιο του κόλπου, η μηχανή σταμάτησε και σε μια σιωπηλή ησυχία, στην οποία μετά βίας τολμούσε κανείς να αναπνεύσει, το πλοίο γλίστρησε πάνω από την όχθη. Έξω, μας υποδέχτηκαν το ουρλιαχτό του ανέμου και ο βρυχηθμός της άγριας θάλασσας. Μόνο λίγα ερείπια έχουν απομείνει από τον περίφημο Ναό του Ακτίου Απόλλωνα (Στράβων VII, 7). Αντ' αυτού, ένας μοναχικός ανεμόμυλος στέκεται σε ένα υπερυψωμένο μονοπάτι που προεξέχει στη θάλασσα.

 

 Μετάφραση από τα Γερμανικά: Φώτης Βράκας, απο τα αρχείο, Ιστορίες της οικογένεια Σούλτσε, 1892

 

 

 

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2025

 Η ΑΡΤΑ ΤΟΥ 1857 – ΜΙΑ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΕΡΜANΟ ΜΑΡΤΙΝ ΣΟΥΛΤΣΕ

Άρτα 1854, Εβανς


Στα 1857 ο Γερμανός Μάρτιν Σούλτσε αποφάσισε να ταξιδέψει ως την Ήπειρο. Με πλοίο της Αυστριακής εταιρείας Λόϋντ έφτασε από την Τεργέστη μέσω Μπρίντιζι στην Κέρκυρα , όπου γνωρίστηκε με τον Λουϊτζι, έναν Ναπολιτάνο, που είχε κατάστημα με ψάθινα καπέλα αλλά έκανε και παζάρια με ρολόγια και χρυσό. Θα συνεχίσει το ταξίδι του με τον Λουίτζι , ο οποίος ταξίδευε για εμπορικούς λόγους ως τα Ιωάννινα. Μετά την Κέρκυρα συνέχισε την  διαδρομή του με ατμόπλοιο ως την Πρέβεζα και απο κει Σαλαώρα, Αρτα, Ξηροβούνι και Γιάννινα. Στην διαδρομή  τους συνόδευε ο Δερβεντζί Αγάς Μουχαμέντ, ο οποίος είχε αποστολή από τον διοικητή της Πρέβεζας να μεταβει με επιστολές στον εκει διοικητή και ένας ιερέας της Μητρόπολης, ο οποίος είχε μαζί του ένα πανέρι για τον Μητροπολίτης αλλά επειδή βιάζονταν να φτάσει στην Άρτα, παρακάλεσε τον Σούλτς να το μεταφέρει αυτός στην Άρτα, στην Μητρόπολη, μιας και ο Σούλτσε ειχε παραγγείλει άλογα για τις αποσκευές.

Αφού αποβιβάστηκαν στην Σαλαώρα, συνέχισαν το δρόμο και σταμάτησαν σε ένα χωριό, φτωχικό, όπως το περιγράφει, κοντά δυο ώρες από την Σαλαώρα. Εκει διανυκτέρευσαν και έφυγαν το πρωί.

''Το επόμενο πρωί, μετά από μια πορεία που δεν ξεπερνούσε τις τρεις ώρες, φτάσαμε σε κάποιο προάστιο πριν την Άρτα (πιθ. Κωστακιούς), το οποία βρίσκεται στη δεξιά όχθη του ποταμού, αφού ιππέυσαμε για περίπου μισή ώρα ανάμεσα σε κήπους και φυτείες με δένδρα.  Μια πέτρινη γέφυρα, που υψώνεται απότομα και αιωρείται σε μια ενιαία, τεράστια καμάρα πάνω από το ποτάμι, οδηγεί στην πόλη στην αριστερή όχθη. Αυτή η πόλη περιβάλλεται από ψηλά τείχη, τα οποία, ωστόσο, έχουν κενά εδώ κι εκεί, και πάνω από τα οποία υψώνονται γαλήνιοι φοίνικες και άλλα δέντρα. Οι δρόμοι είναι ως επί το πλείστον στενοί, με υπερυψωμένα μονοπάτια στρωμένα με ασβεστολιθικές πλάκες και στις δύο πλευρές.

Ανάμεσα σε αυτά τα μονοπάτια βρίσκεται ο χωμάτινος καρόδρομος για τα άλογα, αλλά είναι τόσο στενός που τα φορτωμένα άλογα μετά βίας μπορούν να αποφύγουν την σύγκροση. Το ότι βρισκόμασταν σε αρχαίο κλασικό έδαφος έγινε φανερό σε μια εκκλησία, όπου μπροστά στην πύλη  βρισκόταν μια μαρμάρινη πλάκα που χρησίμευε ως σκαλοπάτι, με μια μερικώς σβησμένη επιγραφή που έλεγε ότι το σημείο ήταν κάποτε ιερό για τον Απόλλωνα. Ο Λουίτζι πήγε να επισκεφτεί κάποιους φίους που θα τον φιλοξενούσαν και εγώ οδηγήθηκα στην κατοικία του επισκόπου.  Ο ίδιος έλειπε, αλλά με υποδέχτηκε με μεγάλη ευγένεια ο αρχιμανδρίτης και ένας άλλος κληρικός.

Μια μεγάλη ακρόαση έγινε τις πρωινές ώρες. Οι ευγενείς πολίτες, συμπεριλαμβανομένου του Λουίτζι και του φίλου του, συγκεντρώθηκαν σε μια ευρύχωρη αίθουσα και κάθονταν, ως επί το πλείστον με σταυρωμένα πόδια, στούς φαρδιά, επενδυμένους με ύφασμα πάγκους και που εκτείνονταν κατά μήκος των τοίχων. Ο αρχιμανδρίτης καθόταν σε ένα τραπέζι στη μέση της αίθουσας, δεχόμενος παράπονα και μεσολαβώντας σε διαφορές.

Το απόγευμα, συνεχίσαμε το ταξίδι μας. Διασχίσαμε ξανά την ψηλή γέφυρα, η οποία με μεγάλη πιθανότατα δεν είναι ασφαλής για φορτωμένα άλογα, και στη συνέχεια ανεβήκαμε για μια μικρή απόσταση κατά μήκος του ποταμού Άρτα, μπαίνοντας τελικά στα βουνά".

Φωτογραφία του Μάρτιν Σούλτσε στα 1864

Το κείμενο είναι ανέκδοτο και η μετάφραση δική μου. Το κείμενο της Σαλαώρας δημοσιεύτηκε με την μελέτη μου "Σαλαώρα - Μικρή ιστορική αναφορά σε ένα ξεχασμένο λιμάνι στον Αμβρακικό κόλπο"


Τετάρτη 18 Ιουνίου 2025

 
ΤΡΙΑ ΣΚΙΤΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ ΤΟΥ 1857/1858

Στα 1857 ο Γερμανός Μάρτιν Σούλτς αποφάσισε να ταξιδέψει ως την Ήπειρο. Με πλοίο της Αυστριακής εταιρείας Λόϋντ έφτασε από την Τεργέστη μέσω Μπρίντιζι στην Κέρκυρα , όπου γνωρίστηκε με τον Λουϊτζι, έναν Ναπολιτάνο, που είχε κατάστημα με ψάθινα καπέλα. Θα συνεχίσει το ταξίδι του με τον Λουίτζι, ο οποίος ταξίδευε για εμπορικούς λόγους ως τα Ιωάννινα. Μετά την Κέρκυρα συνέχισε την  διαδρομή του με ατμόπλοιο ως την Πρέβεζα και απο κει στη Σαλαώρα, Αρτα, Ξηροβούνι και Γιάννινα.

Το ημερολόγιο του έγινε γνωστό από την δημοσίευση της αδερφής του. Εδώ παρουσιάζονται και 3 ιδιόχειρα σχέδια του Δρ. Μάρτιν Σούλτς

Το λιμάνι της πρέβεζας

Τοπίο στο Ξηροβούνι

Ιωάννινα

Η φωτογραφία του Μάρτιν Σούλτς








Τρίτη 17 Ιουνίου 2025

 Ο Γερμανός Μάρτιν Σούλτσε τον Ιούνιο του 1857 στο Ξηροβούνι (Χάνι Καρβασαρά και Πέντε Πηγάδια)

Κάπου στο Ξηροβούνι. Σκίτσο του Μάρτιν Σούλτσε που παροτσιάζει τον Δερβετζι Αγά Μουχαμέντ εφέντι, τον χριστιανό καβάσιλα (φρουρό), έναν χωροφύλακα και τους αγωγιάτες.


Στα 1857 ο Γερμανός Μάρτιν Σούλτσε αποφάσισε να ταξιδέψει ως την Ήπειρο. Με πλοίο της Αυστριακής εταιρείας Λόϋντ έφτασε από την Τεργέστη μέσω Μπρίντιζι στην Κέρκυρα , όπου γνωρίστηκε με τον Λουϊτζι, έναν Ναπολιτάνο, που είχε κατάστημα με ψάθινα καπέλα. Θα συνεχίσει το ταξίδι του με τον Λουίτζι , ο οποίος ταξίδευε για εμπορικούς λόγους ως τα Ιωάννινα. Μετά την Κέρκυρα συνέχισε την  διαδρομή του με ατμόπλοιο ως την Πρέβεζα και απο κει Σαλαώρα, Αρτα, Ξηροβούνι και Γιάννινα. Στην διαδρομή  τους συνόδευε ο Δερβεντζί Αγάς Μουχαμέντ  και ένας Χριστιανός Αλβανός με άγριο ύφος, σαν Καβάσιλας (φρουρός). 

Από το ταξίδι του παρουσιάζω ένα μέρος της διαδρομής του στο Ξηροβούνι ως το Χάνι του Καρβασαρά (Γοργομύλου) , και Πέντε Πηγάδια.

Διαδρομή

Το απόγευμα συνεχίσαμε το ταξίδι μας. Διασχίσαμε ξανά την ψηλή γέφυρα, η οποία πιθανότατα δεν ήταν ασφαλής για φορτωμένα άλογα, και στη συνέχεια ανεβήκαμε μια μεγάλη διαδρομή κατά μήκος του ποταμού Άρτα, μπαίνοντας τελικά στα βουνά. Σε λίγο χρονικό διάστημα προσκόλησαν στο καραβάνι μας δύο αγωγιάτες ερχόμενοι από την κοιλάδα του Λούρου, από την Πρέβεζα και οδηγούσαν ένα μπουλούκι από άλογα και γαϊδούρια φορτωμένα με κρασί και λικέρ τα οποία μετέφεραν στα Ιωάννινα. Έτσι διευρυμένο το καραβάνι ταξίδεψε για αρκετή ώρα μέσα από το ολοένα και πιο άγριο ορεινό έδαφος. Με μια ψιλή βροχή μας έπεσε η νύχτα. Δεν μπορούσαμε παρά να σκεφτούμε ιταλικές και ελληνικές ιστορίες ληστών που είχαμε διαβάσει. Κάπου στο μισοσκόταδο, εμφανίστηκε μια ύποπτη φιγούρα, που στεκόταν ακίνητη σε έναν λόφο, ακουμπισμένη σε ένα τουφέκι, με την κουκούλα της κάπας, από  τριχωτό μαλλί κατσίκας, τραβηγμένη πάνω από το κεφάλι του. Από τα γαβγίσματα των μεγάλων λυκόσκυλων σύντομα μας καταλάβαμε, ότι δεν επρόκειτο για ληστή, αλλά για έναν «ειρηνικό» βοσκό, αν και οπλισμένο μέχρι τα δόντια. Για να αυξήσουν περαιτέρω την τρομακτικότητα της κατάστασης, οι αγωγιάτες, ίσως για να δώσουν θάρρος, άρχισαν να τραγουδούν μέσα στη νύχτα με διαπεραστικές, υπερβολικά δυνατές φωνές κλέφτικα τραγούδια  , έτσι ώστε η ηχώ να αντηχεί από τα βουνά.

Ο Μάρτιν Σούλτς  με τίτλο Δόκτωρα στα 1864

Χάνι Καρβασαρά και Πέντε Πηγάδια

Τελικά, σταματήσαμε μπροστά σε μια σκοτεινή πύλη. Με το χτύπημα, άνοιξε και ένας μικρόσωμος, με καμπυλωτά πόδια και σταυρομάτικα άντρας εμφανίστηκε να φωτίζει το δρόμο μας με το φανάρι του. Βρισκόμασταν στο απομονωμένο χάνι (han) του Καρβασαρά (δηλαδή, καραβάν-σεράι). Αφού ο πανδοχέας μας έκρινε ως υπεράνω υποψίας, μας έδωσε την άδεια να μπούμε. Διάφορες ομάδες ανδρών, ντυμένων με αλβανική φορεσιά ,είχαν ήδη κατάλυμα στα κάτω δωμάτια.

Σε εμάς τους δύο "Φράγκους", μας δόθηκε ένα μικρό δωμάτιο στον επάνω ξύλινο όροφο με θέα στην αυλή, επιπλωμένο μόνο με μια ψάθα. Ενώ προσπαθούσαμε να στεγνώσουμε τα ρούχα μας δίπλα σε μια γρήγορα αναμμένη φωτιά, ο Λουίτζι έφερε όλα μας τα υπάρχοντα στον επάνω όροφο επειδή δεν εμπιστευόταν την παρέα εκεί κάτω. Ασφαλίσαμε την πόρτα όσο καλύτερα μπορούσαμε, σβήσαμε το πήλινο λυχνάρι και ξαπλώσαμε ο ένας δίπλα στον άλλον στο χαλάκι. Η πρόθεσή μας να κάνουμε βάρδιες με τη σειρά μας ματαιώθηκε σύντομα από την κούρασή μας.

Την επόμενη μέρα το πρωί αφού πληρώσαμε ένα υπερβολικό μεγαάλο ποσό για την διανυκτέρευση και τις υπηρησίες που δεν είχαμε συνεχίσαμε το δρόμο μας μέσα σε δυνατή βροχή ως το φρούριο στα Πέντε Πηγάδια. Το φρούριο ήταν σε κακή κατάσταση. Εδώ κάναμε ΄μια παύση και αφού σταμάτησε η βροχή και βγήκε ο συνεχίσαμε το δρόμο μας για τα Γιάννινα.

Τρίτη 3 Ιουνίου 2025

 O Λόρδος Μπάιρον στην Άρτα, 1809

Lord George Scott Byron


Στις 28 Σεπτεμβρίουτου 1809 ο Τζορτζ Γκόρντον Μπάιρον γνωστός σε μας σαν Λόρδος Βύρων αποβιβάζεται στην Πρέβεζα, η οποία του κάνει κακή εντύπωση , όχι σαν πόλη αλλά οι Αλβανοί. Μετά από δύο μέρες αφού επισκέφθηκε και τον διοικητή της πόλης, επισκέπτεται τα ερείπια της αρχαίας Νικόπολης και κατόπιν επιβιβάζεται με τον αριστοκράτη φίλο του Χόμπχάους (Hobhouse) σε κάποιο πλοιάριο και φτάνει στην Σαλαώρα μετά από 2,5 ώρες. Στο έπος του “Τσάϊλντ ’Άρολντ” μπορούμε να δούμε πως περιγράφει τις εντυπώσεις του από τον κόλπο , έχοντας στο νού του την ναυμαχία του Ακτίου το 31 π.Χ.

. « Νά ο κόλπος ο Άμβρακικός, πού έναν καιρόν έχάθη

γιά μιά γυναίκα όμορφη κι άβλαβη, τόσος κόσμος.

Μες τά νερά του, πού ελαφρά τώρ ααύλακώνει ή αύρα,

Ασιανοί αύτοκράτορες καί στρατηγοί της Ρώμης

τή ναυτική τους δύναμη τήν είχανόδηγήσει. . . »

Στη Σαλαώρα κοιμήθηκε στον πάνω όροφο του τελωνείου , στο κρεβάτι του που πάντα είχε μαζί του. Ο επικεφαλής των Αλβανών στο τελωνείο, ο Ελμάζ προσπάθησε να αλλάξει το τουφέκι του με μια εγγλέζικη καραμπίνα που είχε ο Μπάιρον, λέγοντας του όμως, πως είναι δώρο για τον Αλή πασά, σταμάτησε την ενόχληση. Στις 3 Οκτωβρίου και ώρα 04:30 απο την Σαλαώρα ο Μπάιρον, αφού πέρασε ή την Ανέζα ή του Κωστακιούς δεν μας διευκρινίζεται έφτασε έφιππος στην Άρτα, όπου οι κάτοικοι, τον υποδέχτηκαν θερμά και έμειναν στο σπίτι του Ελληνα , που ήταν υπάλληλος στο Γαλλικό προξενείο. Αφού με τον Χομπχάους είδαν την Άρτα στις 3 Οκτωβρίου αποφάσισαν να την εγκαταλείψουν στις 04.10.1809. Από τον πασά είχαν εντολή κάποιοι χωροφύλακες να τους συνοδεύσουν ως τα Γιάννινα. Έτσι την βροχερή μέρα της 04.10 το πρωί πέρασαν το γιοφύρι με στόχο το χάνι του Αγίου Δημητρίου.


Εικόνες: Ο Λόρδος Μπάιρον και το κρεβάτι που είχε στα ταξίδια του.

Σημ: Το κρεβάτι του βρίσκεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Φωτογραφία απο τα Πρεβεζάνικα χρονικά, Νικ. Καράμπελας, Ο Αγγλος Αριστοκράτης John C. Hobhouse στην Πρεβεζα.

Πηγές κειμένου: John C. Hobhouse, Travels ...., 1809, Vol. 1, Chapter III + IV, S 15-40,