Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οθωμανοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οθωμανοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025

 To άγνωστο χωριό της Σαλαώρας και
ο εντοιχισμός του  Παπασάββα στη Σαλαώρα

Η Σαλαώρα,γνωστή σαν Σαλαγορά από τους ύστερους Μεσαιωνικούς χρόνους , σαν Mahalle i Mellahin i Salagora στα πρώιμα Οθωμανικά φορολογικά και σαν Σαλαχώρα στην ύστερη Οθωμανική περίοδο, έχει και αυτή τα μυστικά της. Ένα από αυτά είναι το άγνωστο χωριό, το οποίο προσπάθησε να φτιάξει ο Αλή πασάς.

Αλή Πασάς Τεπελενλής, έργο του Άγγλου ζωγράφου Joseph Cartwright, 1819

Νομίζω πως χρειάζεται να αναφέρω, πως στη Σαλαώρα υπήρχε και τον 16ο αιώνα χωριό, μάλιστα στα 1564 έχουμε και τις οικογένειες που κατοικούσαν εκεί αλλά και αυτό εξαφανίστηκε και δεν γνωρίζουμε περισσότερα. Για την εξεταζόμενη περίοδο να πω, πως ό,τι γνωρίζουμε γιαυτό το χωριό, είναι οι πληροφορίες που έχουμε από τον Μητροπολίτη Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλο του Βυζαντίου στο γνωστό του βιβλίο “Δοκίμιον Ιστορικός περί Άρτης και Πρεβέζης...”. Μπορεί κάποιοι να αναρωτηθήκαμε, γιατί δεν έγραψε κάποιος περιηγητής κάτι; Μήπως είναι προϊόν φαντασίας του Μητροπολίτη; Όχι, δεν είναι προϊόν φαντασίας. Αν και ο Σεραφείμ έχει τα λαθάκια του όπως και ο Αραβαντινός, αλλά εδώ λέει την αλήθεια. Ο μόνοι περιηγητές που κάνουν μια αναφορά εκ των πλαγίων είναι ο Άγγλος William Martin Leake, όπου μας λέει, πως ο Αλή πασάς, ήθελε να κάνει την Σαλαώρα το μεγάλο λιμάνι και γιαυτό προσπαθούσε να την εποικίσει με περισσότερο κόσμο, ενώ ο François Charles Hugues Laurent Pouqueville στο βιβλίο του Reise durch Griechenland, T.2 (γερμανική έκδοση του βιβλίου του ταξίδι στην Ελλάδα) κάνει μια αναφορά γράφοντας «.... Είναι ένα ελεεινό χωριό μέσα στα έλη και οι κάτοικοι του δεν μπορούν να βγάλουν ούτε τα σχετικά ως προς το ζην». Ο Σεραφείμ επι λέξη μας αναφέρει τα εξής: “Εἰς Σαλαχώραν πλησίον τοῦ πυρικαύστου καὶ ἤδη ἐρειπίου Ναοῦ τοῦ ἁγίου Νικολάου, ἐν ἔτει 1814 συνέστησε χωρίον ὁ ̓Αλή Πασσᾶς μετοικίσας ἐκ Χειμάρρας ἀρkετaς οἰκογενείας· ἀλλὰ μετὰ την ἐξόντωσιν αὐτοῦ, αὗται καταστρέψασαι τὸ χωρίον ἀνεχώρησαν εἰς τὰ ἴδια, ὡς τῆς θέσεως λίαν οὔσης νοσώδους, ἕνεκα τῶν πολλῶν ἑλῶν“.

Από αριστερά: Μητροπολίτης Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλος του Βυζαντίου, ο χρονογράφος της Ηπείρου Παναγιώτης Αραβαντινός και ο Άγγλος Στρατιωτικός και περιηγητής William Martin Leak. Κάτω σειρά: Σπυρίδων Π. Αραβαντινός, François Charles Hugues Laurent Pouqueville. Όλοι αυτοί μας άφησαν κάποιες πληροφορίες για τα γεγονότα της Χειμάρρας, την Σαλαώρα και τον οικισμό

Υπήρχε παλιά στα χωριά του όμορου της Σαλαώρας αρτινού κάμπου μια φήμη, πως κάποιοι απ αυτούς παρέμειναν στα γύρω χωριά. Δεν έφυγαν όλοι.Στο χωριό μου, τον Άγιο Σπυρίδωνα Άρτας, μου έλεγε κάποιος από την οικογένεια Γκίκα, το οποίο επώνυμο θα δούμε και παρακάτω, πως έλκουν καταγωγή από την βόρεια Ήπειρο και τους μετέφεραν εδώ. Αυτά ήταν όσα γνωρίζαμε γι΄ αυτούς.

Για να καταλάβουμε τι ακριβώς είχε γίνει και πως σχηματίσθηκε αυτός ο οικισμός στη Σαλαώρα, πρέπει να ταξιδέψουμε λίγο πιο βόρεια, στην ανυπότακτη Χειμάρα και την περιοχή της.

Η έρευνα όμως δεν σταματά και καμιά φορά σε ανύποπτο χρόνο η σύμπτωση είναι αυτή, που μπορεί να σου δώσει απαντήσεις. Έρευνα δεν κάνουμε εμείς μόνο για τα δικά μας μέρη αλλά κάνουν και άλλοι για τα δικά τους μέρη. Και έτσι ο κάποιος κάτοικος   από τις Δρυμάδες της Χειμάρας, ο οποίος μου ζήτησε να μην αναφερθεί το όνομα του, κάνοντας έρευνα για ένα ιερέα του χωριού του , γνωστό σαν Παπασάβα, που μαρτύρησε από τους Ανθρώπους του Αλή στη Σαλαώρα, αφού διάβασε το πόνημα μου για την Σαλαώρα, μέσα από μια αλληλογραφία που είχαμε, μου έστειλε ένα ηχητικό ενός προχωρημένου σε ηλικία συγχωριανού του, του Φίλιππα Γιαννήλα, 89 ετών, που μας δίνει απαντήσεις ποιοι ήταν αυτοί που μετέφερε ο Αλή πασάς στην Σαλαώρα και γιατί η εκκλησία ονομάζονταν Άγιος Νικόλαος. Περσσότερες πληροφορίες βέβαια, που συμφωνούν και με τον Φίλιππα Γιαννήλα μου έστειλε, ένας άλλος ερευνητής από τους Δρυμάδες, φοιτητής στην Αγγλία, ο Θωμάς Μπίφσας, του οποίου πρόγονοι, σύμφωνα με την οικογενειακή τους ιστορία και την ιστορία των Δρυμάδων, είχαν βρεθεί στη Σαλαώρα.

Ο Θωμάς Μπίφσας μου έγραψε τα εξής: «Οι υπερήλικοι κάτοικοι του χωριού μας μνημονεύουν την Σαλαώρα ως τον τόπο στον οποίο εξορίστηκαν οι προγονοι μας. Άλλοι θυμούνται πιο πολλά και άλλοι λιγότερα. Η οικογενειακή μου παράδοση μνημονεύει τον Νέστορα Γόλη (Μπίφσα) (πρόγονο μου, γεννημένο κατά το 1770) ο οποίος ήταν ένας από τους εξόρτισους, μαζί με τον αδελφό του Μιχάλη Γόλη και την γυναίκα του Κατερίνα Μάρκου τους οποίους έχασε στην Σαλαώρα».

Η Χειμάρα και η περιοχή της επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θεωρούνταν ένα από τα ανυπότακτα μέρη της Ηπείρου. Δυο Σουλτάνοι είχαν εκστρατεύσει επικεφαλής οι ίδιοι εναντίον της. Γιαυτό το λόγο είχε ειδικά προνόμια και ένα ιδιαίτερο στάτους , είδος ημιανεξαρτησίας, στην Οθωμανική Πύλη. Το γεγονός που θα περιγράψω, το αναφέρει και ο Αραβαντινός στην χρονογραφία Ηπείρου στον πρώτο τόμο του και το ίδιο γεγονός διηγούνται και οι ντόπιοι.

Ein Bild, das Entwurf, Zeichnung, Bild, Landschaft enthält.

KI-generierte Inhalte können fehlerhaft sein.

Edward Lear, Χειμάρρα 1848

O Aλή πασάς επειδή δεν μπορούσε από ξηράς να καταλάβει την περιοχή της Χειμάρας πέρασε με τη νύχτα του Πάσχα, όταν οι χριστιανοί βρίσκονταν στις εκκλησίες, ο Αραβαντινός μας δίνει το έτος 1798 λίγο  πριν τα τσουγκρίσει με τους Γάλλους. Σύμφωνα με τον Σπύρο Αραβαβτινό, Ο Γιουσούφ Αράπης πήρε εντολή να εκστρατεύσει εναντίον της Χειμάρρας. Αυτός συγκεντρωσε 2500 στρατιώτες στη Σαλαώρα, οι οποίοι επιβιβάστηκαν σε πλοία και ξεκίνησαν για την Χειμάρρα.  Ο στρατός του Αλή άρχισε το καταστρεπτικό του έργο. Στις Δρυμάδες όταν άρχισαν να καταστρέφουν την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, σύμφωνα με την παράδοση, ο Mάρκος Παπασάβας τους είπε, πως και αν την γκρεμίσουν, θα την χτίσει πάλι ο ίδιος. Τότε κάποιοι κάτοικοι από τις Δρυμάδες έφυγαν και εγκαταστάθηκαν πιο νότια στο Πωγώνι, όπου ίδρυσαν τους εκεί Δρυμάδες και κάποιοι άλλοι από τις Δρυμάδας, την Πάλασα, το Κούδεσι  και την Χειμάρα μεταφέρθηκαν αιχμάλωτοι στην Σαλαώρα (Σαλαχώρα), προκειμένου να εποικίσει ο Αλής το αγαπημένο του λιμάνι. Τον Παπασάβα, ο οποίος είχε αντισταθεί τον μετέφεραν και αυτόν εδώ. Σύμφωνα με τις διηγήσεις στους Δρυμάδες, του Παπασάβα του επιφύλασσαν εδώ ένα άσχημο τέλος.  Στην χρονολογία πρέπει να δώσουμε λίγο προσχή. Ναι μεν έχω διαβάσει σε γερμανική πηγή, πως ο Γιουσούφ Αράπης γύρισε με τρόποια κεφαλών απο τη Χειμάρρα στην Πρέβεζα και αιχμαλώτους. Ισως να έχει δίκιο ο Σπύρος Αραβαντινός, που αληθεύει και με την προφορική παράδοση τηων Δρυμάδων, πως πήγαν Θεσσαλία. Ισως να μετέφερε από κει πάλι κατοίκους ο Αλή πασάς γύρω στα 1814 με 1815 κόσμο και όχι το 1798..

Ein Bild, das Bild, Zeichnung, Landschaft, Kunst enthält.

KI-generierte Inhalte können fehlerhaft sein.

Edward Lear, Δρυμάδες, 1848

Όπως μου διηγείται ο Θωμάς Μπίφσας, στη Σαλαώρα κοντά στην ακτή, στήθηκε ένα πολύ πρόχειρο χωριό με ξύλινες καλύβες και επιβλήθηκαν δρακόντεια μέτρα  στους κατοίκους. Μαζί με τους Δρυμαδιώτες κατοίκησαν το νέο χωριό και άλλοι συλληφθέντες από τα χωριά Παλάσσα, Χιμάρα, Κούδεσι. Οι Δρυμαδιώτες, που αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος των εξόριστων στην Σαλαώρα, ασχολήθηκαν με καλλιέργεια και το κέντρωμα της αγριελιάς, με την οποία ήταν εξοικειωμένοι από τα παλιότερα χρόνια. Ένα από τα ελάχιστα πετρόχτιστα κτίρια ήταν ο ναός του Αγίου Νικολάου, που χτίστηκε προς τιμήν του κατεδαφισμένου Αγίου Νικολάου στο Καφόρι των Δρυμάδων.



Edward Lear, στο βουνό Κούδεσι, 1848

Τα ονόματα των κατοίκων, που αποτέλεσαν αυτό το χωριό της Σαλαώρας ή Σαλαχώρας, όπως την αναφέρουν οι ίδιοι , και μπόρεσε ο Θωμάς Μπίφσας να συλλέξει  με την επισήμανση «Σε κάποες περιπώσεις δεν γνωρίζουμε το όνομα και έχω παραθέσει μόνο το επίθετο. Προφανώς όλα τα πρόσωπα και οι οικογένειες συνοδεύονταν από μεγάλα πλήθη ( ξαδέλφια, συζύγους, γιους και κόρες ). Δυστυχώς δεν μπορούμε να γνωρίζουμε όλα τα επίθετα των κατοίκων επειδή οι περισσότερες οικογένειες έσβησαν ή δεν επέστρεψαν από την Σαλαώρα», ήταν τα παρακάτω:

Μπούτσιος, Στραμάρκος, Πάνος Ηλίας, Γιάννης Ηλίας, Στέφανος Μαρτίνος, Μάρκος ή Παναγιώτης Παπασάββας (ο ιερέας του χωριού ο οποίος μαρτύρησε, αναφέραμε σχετικά παραπάνω), Βλάντας (πλήθος ατόμων με το επίθετο Βλάντας), Λέκκας, Λίζας, Κώστας, Χρήστος, Ηλίας, Δήμος και Σπύρος Βρέττος, Τρέκκος, Γκέζος, Ζης?, Ζηντόλος, Δημήτρης, Γιάννης Κώστας, Παναγιώτης, Στέφανος Μπιτζίλης (κι άλλοι Μπιτζιλαίοι), Σπύρος Μπούας, Μάρκος , Θωμάς και Νέστωρας Γκίνης, Στέλιος Γκιώνης και γιός αυτού Δήμος, Σάββας, Κοσμάς, Γιώργης, Χρήστος, Ζάχος, Γκίκας, Γιάννης, Θανάσης, Βασίλης Γκικόπουλος, Μούτσος, Γιώργης, Δήμας, Μπέλλης , Θανάσης Σκούρτης, Πάνος Ζούππας, Παπάς, Γιώργης, Σπύρος και Μιχάλης γιοί του Πάνου Δήμα, , Κότσανος, Κωνσταντίνος Νίνας , Σπύρος Κουμής, Νικόλας Ζάχος και αδελφός αυτού Μιχάλης Ζάχος, Στρακώσος, Μπεττιός, Δράκος , Κιτσούλης, Ράμμος, Μάρκος, Γιάννης Γκικουρίας (κι άλλοι Γκικουραίοι...), Γέτος , (Οδυσσέας ?) Νέτσος, Τσούλας, Μπόης, Ντούκας , Ζεντέλης, Στράτης Δέδες, Αγγελίνος, Βάρφης, Γκιώκας, Τάβας, Λιάρος, Κώστας Τσάτσης, Αλέξης Σίας, Γιάννης Μαρούλης, Λιώλης, Δάμος Ντάμπος, Μάης, Μάκωτσης, Γκίκας, Χρήστος και Γιώργης Ρούτσης, Χρήστος Ντέντες, Σίμος Λιάτης  Δημήτρης ή Αλέξης Κόκας , Μπάσης , Ζάχος, Γιώργης, Δήμος, Πέτρος Ντούνης (και ίσως κάποια από τα παιδιά τους: Θανάσης, Νέστορας, Κώστας, Αλέξης, Νίνος, Αναστάσης, Κοσμάς, Φώτος Βασίλης), Νέστωρας και αδελφός αυτού Μιχάλης Μπίφσας (Νέστωρας και Μιχάλης Γόλης), Mίλος (δηλαδή Μιχάλης)Γκορέτσης, Χρήστος Μπέγιας , Μπίτσας, Μπαλαμπάνης , Μπαρκαρότας και Τσάκνας

Ο Κώστας Ν. Δέδες στο βιβλίο του «Δρυμάδες Χειμάρρας» κάνει λόγο, πως στην Σαλαώρα ο Αλή πασάς μετέφερε κάπου 2500 άτομα αλλά μόνο 700 επέστρεψαν πίσω. Ο αριθμός μου φαίνεται λίγο υπερβολικός. Δεν υπάρχει ο χώρος για τόσο κόσμο και θα γίνονταν αντιληπτοί και στους περιηγητές.  Προσωπική μου εκτίμηση είναι ,με τα ονόματα τα παραπάνω, πως δεν θα ξεπερνούσαν τους 300 με 350 το πολύ 400  εκτός βέβαια αν είχε διασκορπίσει κόσμο και στα καμποχώρια. Που δεν θεωρώ καθόλου απίθανο, γιατί σχεδόν όλοι οι όμοροι οικισμοί ήταν τσιφλίκια δικά του και της οικογένειας του.

Ο όμορος οικισμός Παλιούρι

Γαλλικός χάρτης αρχές δεύτερης δεκαετίας του 1800, 
ο οποίος αναφέρει τον οικισμό Παλιούρι

Είναι γεγονός, πως για την εποχή την οποία κάνουμε λόγο εμφανίζεται ένας οικισμός μόλις λίγο πριν την Σαλαώρα και δίπλα από τις αλυκές με το όνομα “ΠΑΛΙΟΥΡΙ”.  Όπως το τοποθετούν οι χάρτες της εποχής, είναι η τοποθεσία που σήμερα αποκαλούμε “Παλιοσκαμνιά”. Το τοπωνύμιο “Παλιούρι” δεν είναι κάτι ασυνήθιστο στην περιοχή αλλά στο συγκεκριμένο χώρο εμφανίζεται την περίοδο αυτή, στην οποία, όπως αναφέρουν οι πηγές, βρίσκονταν εδώ οι προαναφερόμενοι κάτοικοι από την περιοχή της Χειμάρρας. Επίσης πρέπει να αναφέρω, πως μετά την αναχώρηση των Χειμαρριωτών δεν γίνεται ποτέ ξανά αναφορά στο χωριό αυτό.  Το Παλιούρι μπορούσε να διαθέσει εργάτες τόσος για τις αλυκές του Τσουκαλιού, όσο και για το ιχθυοτροφείο  του Βελή Μπέη στην Αλευρή. Θα μπορούσαμε λοιπόν να υποθέσουμε, πως εδώ εγκαταστάθηκε ο όγκος των Χειμαρριωτών.  Εκτός και αν είναι είναι όλα μια σύμπτωση, που προσωπικά δεν το πιστεύω. 

Χειρόγραφος Χάρτης των Πουκεβίλ και Μποκάζ που μας δείχνει τις τοποθεσίες Παλιούρι, Αλυκές, Ιχυοτροφείο και Σαλαώρα


Το μαρτύριο του ιερέα Μάρκου ή Παναγιώτη Παπασάββα

Στη Σαλαώρα οι Τζοχαντραίοι του Αλή  παρακολουθούσαν τις δραστηριότητες των κατοίκων και πολλές φορές υπήρχαν διαπληκτισμοί. Οι προσβολές των στρατιωτών και τζοχαντραίων έθιξαν βαθιά το ήθος και την υπόληψη τους εκτοπισμένους κατοίκους του νέου χωριού. Ειδικότερα του ιερέα του χωριού  Παπασάββα τον οποίον χλεύαζαν.Σύμφωνα με πληροφορίς από τους Δρυμάδες  Οι αντιδράσεις του Παπασάββα, η ανεξάντλητη υπομονή και η αταραξία του ερεθισαν και εξόργισαν τους Τζοχανταραίους οι όποιοι ειρωνικά έθεσαν πως αν ο παπάς έχει μιλήσει για χτίσιμο ναού, τότε ας χτιστεί ο ίδιος.  Βέβαια με άλλες μαρτυρίες τα αίτια ήταν αλλού., οι Τζοχανταραίοι  ήταν τσατισμένοι με τα καμώματα και το ανυπότακτο πνεύμα  του παπά, που δεν έμενε μόνο στη Σαλαώρα αλλά γυρνούσε τον  κάμπο και κήρυσε την πίστη και πολλές φορές βάφτιζε κιόλας. Τον συνέλαβαν και τοποθέτησαν το σώμα του παπά ανάμεσα στις πέτρες και την λάσπη ενός τοίχου της εκκλησίας .Σύμφωνα με την παράδοση τον εντοιχίασαν στο ιερό της εκκλησίας της Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου της Σαλαώρας. Η τελευταία επιθυμία του ήταν να του αφεθούν οι παλάμες ελεύθερες στραμμένες προς τον ουρανό ωστε να παρακαλάει, μέχρι τελευταία στιγμή, για έλεος. Λέγεται πως για εννιά μέρες ακουγόταν μέσα από τον τοίχο να ψέλνει το “Κύριε ἐλέησον”. Στη δέκατη μέρα σώπασε… Εκεί ο Παπασάββας μετά από ημέρες άφησε την τελευταία του πνοή, λόγω αφυδάτωσης. Από τότε, όσοι περνούσαν από εκεί, άκουγαν τη νύχτα ψαλμωδίες και φως έβγαινε από τον τοίχο. Και οι γέροντες έλεγαν πως ο Παπασάββας έγινε άγιος και προστάτης των χωριών.» Μπορεί η ιστορία του Παπασάββα να κινείται μεταξύ Θρύλου και αλήθειας , δεν είναι όμως κάτι ασυνήθιστο για κείνη την εποχή. Ο Παπασάββας κατάγονταν απο ιερατικό γένος με την αρχαιότερη καταγραφή τον παπά-Γρηγόρη Παπασάββα στα 1638. Απόγονοι της γενιάς Παπασάβα βρίσκονται ακόμη στην περιοχή της Χειμάρας.


Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

Το βασανιστήριο του εντοιχισμού στην Οθωμανοκρατία

Για την εκκλσία του Αγίου Νικολάου κάνει λόγο ο Μητροπολίτης Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλος στο «Ιστορικό Δοκίμιο», όπως και ο Νικόλαος Σχινάς στο «Οδοιπορικό Ηπείρου», ο οποίος αναφέρει πως τον ναό τον έχτισε ο Αλή πασάς.

Ein Bild, das Landschaft, Bild, Zeichnung, Entwurf enthält.

KI-generierte Inhalte können fehlerhaft sein.

Edward Lear, Παλάσα, 1848

 

Τι απέγιναν οι κάτοικοι;

Θέλω να πιστεύω πως, εκτός την απασχόληση με τις ελιές, ένα μέρος αυτών θα απασχολούνταν στις όμορες αλυκές, οι οποίες ήταν κερδοφόρες για τον Αλή πασά, ίσως και στα διβάρια (γβιάρια) του Βελή Μπέη, άντε να ήταν και κάποιοι αχθοφόροι στο λιμάνι.

Η πτώση του Αλή πασά έφερε και το τέλος του χωριού. Οι κάτοικοι αφού πρώτα το έκαψαν,μαζί και την εκκλησία για να μην θυμίζει τίποτα από τον εκτοπισμό τους εδώ, έφυγαν και πάλι για την πατρίδα τους, ενώ όπως αρχικά ανάφερα, φημολογείται στον κάμπο, πως κάποιοι έμειναν και εδώ.

Όπως μου έγραψε ο Θωμάς Μπίφσας οι αλβανόφωνοι κάτοικοι της περιοχής των Δρυμάδων κράτησαν αυτό το γεγονός σε ένα τους τραγούδι που παραθέτω εδώ,

Qaj o qaj ti Dhermi nuri

se veziri te perzuri

ne Salaor, e Llure te shpuri

dhogen e varrit te vuri

Qani pula, qani mecer

qani laro e korbecer

nga uria do te vdisni

ne Gjilek te dhjakonisni

 

μετάφραση:

 

Κλάψτε, κλάψτε όμορφοι Δρυμάδες

γιατί ο βαζίρης σας έδιωξε

στην Σαλαώρα, στον Λούρο σας πήγε

και σας έβαλε στο φέρετρο

 

κλάψτε κότες και πετεινοί

κι εσείς μαύρα ζωντανά (1)

θα πεθάνετε της πείνας

στους Γκιλεκκάτες(2) θα σας διακονίσουν

 

(1) εδώ γίνεται αναφορά στα ζώα και τις περιουσίες των Δρυμαδιωτών που εγκαταλείφθηκαν ξαφνικά στο έλεος τους

(2) μαχαλάς των Δρυμάδων

 

Ein Bild, das Kunst, Entwurf, Zeichnung, Bild enthält.

KI-generierte Inhalte können fehlerhaft sein.

Ερείπια μιας εκκλησίας

 

Πηγές Κειμένου:

1.       Παναγιώτης Αραβαντινός, Χρονογραφία Ηπείρου Τ1 και Τ2

2.       Σπύρος Αραβαντινός: Ιστορία του Αλή Πασά

3.       Σεραφείμ Ξενόπουλος του Βυζαντίου: Ιστορικό Δοκίμιο περι Άρτης και Πρεβέζης

4.       Νικόλαος Σχινάς: Οδοιπορικό Ηπείρου

5.       François Charles Hugues Laurent Pouqueville: Reise durch Griechenland, T.2 (γερμανική έκδοση του βιβλίου του ταξίδι στην Ελλάδα)

6.       William Martin Leake: Travels in Northern Greece

7.       Συνέντευξη του  Φίλιππα Γιαννήλια από τους Δρυμάδες

8.       Έρευνες του Θωμά Μπίφσα *απόγονο εκτοπισμένων στην Σαλαώρα, από τους Δρυμάδες

9.       Κώστας Ν. Δέδες: Δρυμάδες Χειμάρας, εκδόσεις Σείριος

10.   Κώστας Χατζινικολάου: Χιμάρα – Το άπαρτο κάστρο της Βορείου Ηπείρου

11.   Φώτης Βράκας: Σαλαώρα – Μικρή ιστορική αναφορά σε ένα ξεχασμένο λιμάνι στον αμβρακικό κόλπο

12.   Νικόλαος Πολίτης: Λαογραφικά σύμμεικτα

13.   Διάφορες προφορικές λαογραφικές  διηγήσεις από την περιοχή της Άρτας

 

Ευχαριστώ θερμά τους φίλοuς από τους Δρυμάδες επαρχίας Χειμάρρας. 



Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

 

Ο Πειρατής και κολονέλος 

Ευστάθιος Ρωμανός - Μανέτας

Μιας και δεν υπάρχει κάποια εικόνα για τον Μανέτα εδώ μια φανταστική απεικόνιση πειρατή από την σελίδα https://de.vecteezy.com/vektorkunst/47011578-pirat-portrat-abstrakt-skizzieren-hand-gezeichnet

Μια από τις μορφές που έπαιξαν ρόλο στα γεγονότα της κατάληψης της Πρέβεζας στον 6ο Τουρκοβενετικό πόλεμο ή πόλεμο του Μοροζίνι στα 1684 είναι η μορφή του Ευστάθιου Ρωμανού γνωστός και σαν Μανέτας. Το πρόσωπο του σχετίζεται επίσης και με τα παραπέρα γεγονότα στον Αμβρακικό κόλπο, στον αρτινό Κάμπο και στην μονοήμερη κατάληψη της Άρτας το Φθινόπωρο του 1684.


Πριν πάμε στα γεγονότα ας δούμε πρώτα ποιος ήταν ο Ευστάθιος Ρωμανός ή Μανέτας.

Γνωρίζουμε, πως είχε καταγωγή από την Ζάκυνθο και φαίνεται, πως από νωρίς επιδόθηκε στην πειρατεία. Οι πληροφορίες που έχουμε για την πειρατική του δράση κυμαίνονται μεταξύ μύθου και αλήθειας. Σύμφωνα με όλα αυτά αραξοβόλι του Μανέτα φαίνεται να ήταν οι Φούρνοι της Ικαρίας, όπου ακόμη και σήμερα μια παραλία ονομάζεται Μανέτα. Αν και πολλοί γράφουν, πως είχε δράση στη Μήλο, τα αρχεία της Μήλου δεν τον αναφέρουν εκτός και αν ήταν υπό τις διαταγές του Μοροζίνι. Λέγεται πως κάποια στιγμή παντρεύτηκε την Μαργκάνα από την Άνδρο, η οποία ήταν παντρεμένη με κάποιον έμπορο μεταξωτών. Με την Μοργκάνα απέκτησε τον γιο του Ζώρζη. Σύμφωνα με τις φήμες ένας καθολικός παππάς κατηγόρησε την Μοργκάνα στον Μανέτα, πως τον απατά και εκείνος έστειλε παλικάρια, την έφεραν από την Μήλο στους Φούρνους και την σκότωσε. Μετά από λίγα χρόνια παντρεύτηκε στην Τήνο την Ελένη Αλιμπράντη και απέκτησε άλλους δύο γιους, τον Φριδερίκο και τον Ανδρέα, οι οποίοι μαζί με τον πρωτότοκο τον Ζώρζη συνέχισαν την οικογενειακή πειρατική παράδοση.

Αγία Μαύρα Λευκάδα, 1684. Στην κατάληψη συνέβαλε και ο Μανέτας

Ο Μανέτας ζει σε μια εποχή όπου στην ανατολική Μεσόγειο κυριαρχεί η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η Βενετία, η οποία κάθε τόσο έχει απώλειες εδαφών. Μεταξύ 1670 και 1684 πρέπει να είναι ο μοναδικός Έληνας πειρατής στο Αγαίο με δική του γαλεότα. Ο Μανέτας φαίνεται να ήταν Βενετος υπήκοος και ακολούθησε αρχικά με την γαλεότα του τον Μοροζίνι στην εκστρατεία του. Αναλαυτικά τα γράφει ο Στέφανος Δόνος στα στρατηγήματα: Το Μάιο του 1684 ο Gerolamo Corner τον προσεταιρίστηκε, εκ μέρους των Βενετών, και του χορήγησε άδεια ελεύθερης διακίνησης. Ο Μανέτας βοήθησε τους Βενετούς να συλλέξουν φόρους στο Αιγαίο και, στη συνέχεια, με την ηρωική συμμετοχή του στις καταλήψεις Λευκάδας και Πρέβεζας. Πήρε μέρος σε επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα, το 1688, και στη Χίο, το 1694. Για τις υπηρεσίες του έλαβε το βαθμό του συνταγματάρχη (Κολονέλος) του βενετικού στρατού, ενώ στο στόχαστρο του, ως κουρσάρου, έμπαιναν, κυρίως, τουρκικά πλοία.

Πρέβεζα 1684, διακρίνεται η γαλεότα του Μανέτα στην είσοδο του κόλπου

Μετά την κατάληψη της Πρέβεζας ο Μανέτας και άλλοι έτρεχαν στον κάμπο να στρατολογήσου Έλληνες αλλά φαίνεται παράλληλα να έκαναν και λεία. Κείνο το Φθινόπωρο φαίνεται να είχε βρέξει πολύ και το τουρκικό ιππικό αντιμετώπιζε δυσκολίες να κινηθεί στον κάμπο. Την ίδια περίοδο φαίνεται να ο βοεβόδας της Άρτας Μεχμέτ Αγάς έλαβε διαταγή ή ήταν δική του απόφαση δεν είναι γνωστό να εκστρατεύσει στο Βάλτο και Ξηρόμερο να τιμωρήσει τους εκεί κατοίκους , οι οποίοι φαίνεται να είχαν συμμαχήσει με τους Βενετούς. Τις επιχειρήσεις των Βενετών τις ενίσχυσαν δια ξηράς οι αρματολοί του Κάρλελι ο Γιαννιώτης Αγγέλης Σουμίλας, ή Σουμιάς γνωστός και σαν Βλαχαγγέλης ο Μακεδόνας Πάνος Μεϊντάνης από την Κατούνα (πολλές φορές μπερδεύεται με τον Μεϊντάνη απο την Μακεδονία), ο αρματολός των αγράφων Χορμόπουλος γνωστός και σαν “Το μικρό Χορμόπουλο”, Ο Βαλαωρίτης και Ο Σπαθογιάννης. Αυτό έδωσε την αφορμή λοιπόν στον βοεβόδα να εκστρατεύσει εναντίον αυτών. Όντως ο Μεχμούτ πασάς κατέστρεψε την πρωτεύουσα του Βάλτου την Αμπρακιά (Θέση κοντά στην Αμφιλοχία) και άλλους οικισμούς αλλά τον πρόλαβαν οι Βενετοί και έπαθε και μεγάλες ζημιές. 

Μέρος από χάρτη του Antonio Salamanca όπoυ βλέπουμε την Άρτα και την Αμπρακιά, την πρωτεύουσα του Βάλτου καθώς και μια βενετική γαλέρα, ενώ μια γαλεότα βρίσκεται στην εκβολή του αράχθου


Μέρος από χάρτη με τίτλο "Η Πρέβεζα και οι όμορες πόλεις" κατα τον 6ο Βενετικό πολεμο. Εδώ βλέπουμε τις καταστροφές του Βοεβόδα Άρτας Μαχμούτ πασά στο Βάλτο και Ξηρόμερο

Τόσο στο Μακρυνόρος όσο και στο Λουτράκι. Αφού λοιπόν είχαν κλείσει οι δρόμοι για την Άρτα και ο Μεχμέτ θα καθυστερούσε βαδίζοντας πιο εσωτερικά στον Βάλτο και ερχόμενος από Ραδοβίζι ο Μανέτας, ο Μεταξάς, ο Δελλαδέστιχας και άλλοι συνοδευόμενοι από ξηράς από τον Σουμίλα, τον Μεϊντάνη και τον Χορμόπουλο μπήκαν με πλοία στο Άραχθο και έφτασαν στην Άρτα. Πολιόρκισαν την Άρτα και την οποία κατελαβαν. Την Άρτα την κράτησαν για μια μέρα. Τι ακριβώς έγινε κείνες τις μέρες στην Άρτα δεν υπάρχουν στοιχεία. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι, πως πήραν σαν όμηρο τον κατή (ιεροδικαστή) της Άρτας , τον οποίο αντάλλαξαν αργότερα με λύτρα.


Το φρούριο της Άρτας στα 1686 σε σχέδιο του Γερμανοεβραίου Jakob Enderlin από το βιβλίο του Archipelagus Turbatus, Oder Deß Schönen Griechen-Lands

Εδώ σταματά και η δράση του Ευστάθιου Ρωμανού-Μανέτα στην περιοχή του αμβρακικού κόλπου. Ο Μανέτας θα συνεχίσει την πορεία του με τον Μοροζίνι και θα διακριθεί και σε άλλες μάχες όπου θα λάβει του βαθμό του κολονέλου (συνταγματάρχη). Θα συνεχίσει την δράση του σαν κουρσάρος ή πειρατής και μετά τον 6ο Βενετικό πόλεμο και το κύριο “εμπόρευμα” του θα είναι Τούρκοι αιχμάλωτοι που θα τους πουλά για σκλάβους.

Χρονολογία πότε απεβίωσε δεν έχουμε, πάντως την οικογενειακή παράδοση της Πειρατείας την συνέχισε ο μεγάλος γιος ο Ζώρζης, ο οποίος συγκρούστηκε κάποια στιγμή με την Γαληνοτάτη Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου της Βενετίας, φυλακίστηκε και αφέθηκε ελεύθερος. Τελευταία πληροφορία γι αυτόν την έχουμε, πως βρίσκονταν με την φούστα του (τύπος πλοίου) στην Τεργέστη.


Πηγές κειμένου:

Στέφανος Δόνος: Στρατηγήματα, η κατάληψη της Πρεβεζας το 1684

Κωνσταντίνος Σάθας: Τουρκοκρατούμενη Ελλάς

Locatelli, Alessandro: Racconto Historico Della Veneta Guerra in Levante

Garzoni Pietro: Istoria della republica di Venezia in tempo della Sacra Lega contra Maometto IV,Parte Prima, Venezia 1720

Beregani Νιcola: Historia delle guerre d Europa dalla comparsa dell Armi Ottomane nell Hungheria l anno 1683,parte prima,Venetia 1698

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2025

 Η Περίπτωση της Αϊσέ Χανίμ και μια τουρκική δίκη στην Άρτα του 18ου αιώνα

Τουρκάλα αρχόντισσα στον καναπέ , η οποία απολαμβάνει τον ταμπάκο της με καπνοσύραγγα


Η Αϊσέ Χανίμ ζούσε στην Κων/πουλη τον 18ο αιώνα. Φαίνεται πάντως να προέρχονατν απο αρχοντική οικογένεια, ίσως από αυτές που σχετίζονταν και με το παλάτι. Η Αίσέ είχε περιουσία στον κάμπο της Άρτας κάποια χωριά – τσιφλίκια μεταξύ Ράχης, Ζαβάκας, Ιμάμ Τσαούς κτλ τα οποία της έφερναν ετήσιο κέρδος 50000 ασημένια κουρούς (οθωμανικό νόμισμα) . Συζυγός της ήταν κάποιος Αχμέτ πασάς, ο οποίος διαχειρίζονταν και τα κτήματα της στην Άρτα. Παρ ότι που φαίνεται πως είχαν χρήματα, χρειάστηκαν, για λόγους που δεν είναι γνωστοί, και ένα δάνειο 40000 κουρούς. Τα χρήματα αυτά τα δανείστηκαν από κάποιον Sarraf Mıgırdiç  Όταν πέρασε η προθεσμία ο Sarraf Mıgırdiç ζήτησε τα χρήματα και η Αϊσέ που γνώριζε πως θα λάβει το ποσό των 50000 κουρούς του είπε , πως θα του τα δώσει ο σύζυγός της. Όμως ο Αχμέτ πασάς δεν έδωσε τα χρήματα και ο Sarraf Mıgırdiç έκανε μήνυση στον κατή (ιεροδίκη) της Άρτας. Ο Κατής αφού κάλεσε και τους δύο, που πρφανώς ήταν επιφανείς Οθωμανοί πολίτες, ο ένας μάλιστα πασάς, θέλοντας να βρει μια λύση να ικανοποιήσει και τους δύο, αποφάσισε πως πρέπει να πληρωθεί το ποσό σε 6 δόσεις. Για κάθε καθυστέρηση όμως επιβάλλονταν πρόστιμο χίλια ασημένια κουρούς.

Ασημένια κουρούς του 18ου αιώνα


Τέτοιες μεγάλες εκτάσεις στον αρτινό κάμπο δίνονταν μόνο σε οικογενειακά μέλη του σουλτάνου ή σε οικογένειες που μέλη τους είχαν προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στο δοβλέτι. Αυτό μας κάνει να συμπεράνουμε, πως η Αϊσέ χανίμ άνηκε στις μια από τις δυο παραπάνω κατηγορίες.

Σε άλλο πρωθυπουργικό αρχείο στην Κων/πολη βρίσκουμε , πως αργότερα η Αϊσέ ήθελε να πουλήσει τα τσιφλίκια του κάμπου. Παραπέρα δεν γνωρίζουμε τι απέγινε και αν ήταν εύκολο να πουλήσει καθότι ο συγκεκριμένος κάμπος ήταν χάσι και μοιράζονταν μεταξύ του βοεβόδα της Άρτας και κάποιου επιφανή ή της οπικογένειας του. Γνωρίζουμε, πως κάποιες φορές ο κάμπος ήταν χάσι της βαλιδέ σουλτάν δηλ της σουλτανομήτωρος. 

Παραπέρα, πάλι μέσα από τα πρωθυπουργικά αρχεία, βρίσκουμε, πως η Αϊσέ μάλλον ξαναπαντρεύτηκε και όταν ο σύζυγος Σεγίδ Μουσταφά Αγάς της  ζήτησε δάνειο 14500 κουρούς, αυτή του υποθήκευσε το σπίτι. Μια Ελληνίδα που αναφέρεται με το όνομα Μελλάκ (Mellak) χρωστούσε στην Αϊσε 1000 κουρούς  και επειδή δεν μπορούσε να τα πληρώσει της κατάσχεσε το σπίτι. Επίσης η ίδια φαίνεται να έπαιζε με το χρήμα ή με αγορές γιατί την βρίσκουμε να χρωστά κάποια στιγμή σε ένα βακούφικο ίδρυμα ένα μικρό ποσό, πάντως είναι καταχωρημένη στους οφειλέτες. 

Μέσα από την Αισέ λοιπόν, βλέπουμε και την δύναμη κάποιων γυναικών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Aυτές που προέρχονταν από πλούσιες ή δυνατές οικογένειες γαλουχίζονταν έτσι και αν ο σύζυγος δεν ήταν πιο ισχυρός, τότε είχαν αυτές το πάνω χέρι. Εχουμε κια άλλα τέτια παραδείγματα. Να αναφέρω επίσης, πως μετά την ολική απελευθέρωση το 1912 ως την ανταλλαγή βρίσκουμε αρκετές γυναίκες ιδιοτήτριες τσιφλικιών, τα οποία είχαν λάβει απο τους γονείς σαν προίκα ή  ήταν νόμιμοι κληρονόμοι. 


Τουρκάλα του 18ου αιώνα



Δευτέρα 21 Ιουλίου 2025

 ΙΜΑΜ ΤΣΑΟΥΣ (ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑΣ ΑΡΤΑΣ) 1778 – ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ ΜΑΧΗ ΜΕΤΑΞΥ ΟΘΩΜΑΝΩΝ ΚΑΙ ΑΡΜΑΤΟΛΩΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥΡΚΑΛΒΑΝΩΝ ΛΗΣΤΩΝ



Την πρώτη γραπτή αναφορά για σύγκρουση των Οθωμανικών αρχών εναντίον των Κλεπταλβανών Τσάμηδων στην περιοχή του Αγίου Σπυρίδωνα τότε Ιμάμ Τσαούς (Villa di Aga για τους Βενετούς) την βρίσκουμε στα αρχεία της Κέρκυρας σε επιστολή του Δερβετζή (επόπτη διοδίων) Οσμάν Αγά στα 1716-1726 που απευθύνεται στον Προβλεπτή των Ιονίων Νήσων στην Κέρκυρα για να τονίσει την ασφάλεια των οδών για τους εμπόρους.

Εδώ γράφει: Εγώ ο Οσμάν αγάς σαν διοικητής κατά των ληστών και δολοφόνων (εννοεί προφανώς τους Τσάμηδες που λυμαίνονταν την περιοχή) έφτασα στην Άρτα για να φροντίσω τη φρούρηση του τόπου. Έτσι έστειλα στους βασικούς δρόμους....... και στα κτήματα και φρουρά του Μαμούτζαούσι (απορώ πως ο Τούρκος γραφιάς το έγραψε λάθος) μια δύναμη από μεϊντανάδες (αρματολούς) και τους είπα να φροντίσουν να μην ενοχλούνται οι έμποροι. ...

Οσμάν Αγάς 1128 (ισλαμικός χρόνος)/ 1716 μ. Χ.

Στα 1743 Τουρκαλβανοί τσάμηδες, συμμορία του Κερβελέ, έκανε επίθεση στην περιοχή του Λούρου, Λάκκα Λελόβου και στον δυτικό αρτινό κάμπο. Έκαψαν σπίτια και φρούρια και καταλήστεψαν τον τόπο. Πήραν 1000 πρόβατα, 3000 γίδια, 600 βοοειδή, 500 διάφορα ζώα, χρήματα και υπάρχοντα του κοσμάκη. Αυτούς τους στρίμωξαν κοντά στη γέφυρα, όπου ήταν το παλιο χωριό το Κοτσιλοχώρι ή Κοζυλοχώρι με τη βοήθεια ενός κανονιού. Στο τέλος η συμμορία παραδόθηκε υπό τον όρο να μην τους πειράξουν και ότι στο μέλλον δεν θα ξανακάνουν τίποτα και γι’ αυτό έδωσαν και όρκο. Αυτή ήταν η ασφάλεια που πρόσφερε η οθωμανική διοίκηση στους χριστιανούς υπηκόους. Στα αρχεία δεν γίνεται λόγος αν παραδόθηκε η λεία.

O κάμπος του Ιμάμ Τσαους (Αγίου Σπυρίδωνα) και το Ηλιοβούνι στα 1849. Στο βάθος το Μπαλντανέσι (Θεσπρωτικά όρη). Εργο του Edward Lear

Λίγα χρόνια αργότερα επόπτης διοδίων (Δερβετζής) είναι ο γνωστός Αχμέτ Κούρτ πασάς. Για τους Αλβανούς ληστές τρεις δρόμοι υπήρχαν να εισβάλουν προς την Άρτα. Μια μέσω Ιωαννίνων και το Ξηροβούνι, όπου αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο να συγκρουστούν με Οθωμανικές δυνάμεις, ένας άλλος δρόμος μέσω Λάκκας και απο κει στην Παντάνασσα (αργότερα γέφυρα Πάσαινας) αλλά εκεί υπήρχαν οι Σουλιώτες και ο πιο εύκολος δρόμος ήταν η Λάμαρη να φτάσουν στο Λούρο και από κει στους Ρωγούς, όπου ήταν η γέφυρα και περνούσαν μέσω Ιμάμ Τσαούς στον αρτινό κάμπο και έφταναν ως την Άρτα. Στο Ιμάμ Τσαούς φαίνεται να υπήρχε μικρή φρουρά (Για την φρουρά κάνει κάποια χρόνια αργότερα αναφορά ο Τόμας Σμάρτ Χιούζ) αλλά δεν μπορούσε να αμυνθεί σε μεγάλες συμμορίες.

Στα 1770+ Μια τέτοια συμμορία πέρασε τη γέφυρα και άρχισε να λεηλατεί τον κάμπο. Ο κατής(ιεροδίκης, ανώτερος άρχοντας) της Άρτας απευθύνθηκε στον Βοεβόδα (Οθωμανός διοικητής της Άρτας) να βρεί λύση. Ο Βοεβόδας διέταξε Οθωμανική δύναμη αλλά και κάποιους κολτζήδες (αρματολούς) να τους κυνηγήσουν. Για κακή τους τύχη φτάνοντας στο Ιμάμ Τσαούς στη γέφυρα των Ρωγών είχε κατεβάσει νερό ο Λούρος και το μέρος ήταν γεμάτο λάσπες και τα άλογα τους κόλλησαν. Εκεί τους ρίχτηκαν και τους εξόντωσαν. Κάποια κομμένα κεφάλια τα φέρανε στην Άρτα. Ήταν συνηθισμένο φαινόμενο αυτό. Αργότερα το έκανε και το Ελληνικό κράτος με τους ληστές, όπως αυτό του Τσιγαρίδα για παράδειγμα. Μερικοί πρέπει να πνίγηκαν. Στα Αρχεία της Βενετίας γίνεται λόγος για 10 ληστές που πνίγηκαν στο Ποτάμι.

Oθωμανοί αξιωματούχοι. Από αριστερά: Καδής (ιεροδικαστής, ανώτερος άρχοντας), Βοϊβόδας (Διοικητής περιοχής) Ντερβεντάτ Ναζιρ αγά (επόπτης διοδίων) . Ο Τελευταίος ηταν αρχηγός όλων των αρματολών ενώ οι Μεκτσήδες (Νυχτοφύλακες) υπαγότανε στον Βοϊβόδα

Λίγα χρόνια αργότερα πέρασε απ αυτό το σημείο μεγάλη δύναμη ληστών που απείλησαν και πάλι την Άρτα, όπως μας πληροφορούν τα Γαλλικά Αρχεία. Εκδιώχθηκαν και πάλι αφού και πάλι είχαν αρκετούς νεκρούς. Στα 1778 ο Αχμέτ Κούρτ πασάς θέλοντας να εμποδίσει στο μέλλον την είσοδο απ αυτό το σημείο, ανατίναξε την πέτρινη τοξωτή γέφυρα.

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2025

 1826 -Οι Ελληνίδες Σκλάβες  στο χάνι του Καρβασαρά (Γοργομύλου), ο Βασίλης Καλτσής και η Ελένη Καραμπά

Σκλάβες που εκτίθενται προς πώληση, Louis Devedeux, Musee des Beaux-Arts, Rennes, France

Για το χάνι του Καρβασαρά έχω γράφει στο παρελθόν κάποια μικρά άρθρα. Το χάνι αυτό βρίσκονταν στον Γοργόμυλο Πρέβεζας, Δήμο Ζηρού, και τον μόνο που έχει απομείνει σήμερα είναι οι πλάκες μιας πλατείας κοντά στο σχολείο. Το χάνι του Καρβασαρά μαζί με το χάνι στο Ιμαρέτ του Φαϊκ πασά και το χάνι ή Καραβάν Σεράι της Σαλαώρας ανήκουν στα αρχαιότερα της ευρύτερης περιοχής. Είναι το χάνι που έδωσε το όνομα στο γεωγραφικό διαμέρισμα της Οθωμανικής περιόδου του Καρβασαρά. Ο Καρβασαράς αποτελούνταν απο 14 χωριά του Δυτικού Ξηροβουνίου και της κοιλάδας του Λούρου.

Στην έρευνα μου για τα χάνια της περιοχής μεταξύ άλλων ο αγαπητός μου κύριος Δημήτριος Καραμπάς από τον Γοργόμυλο μου μετέφερε μια ιστορία , την οποία έχει από την οικογένεια του και μας μεταφέρνει στο μακρινό 1826.

1826, η χρονιά αυτή στην ελληνική ιστορία και στον αγώνα της Παλιγγενεσίας συνδέεται με την πολιορκία και την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου. Μια ομάδα Αλβανών (τους αποκαλούσαν και Τουρκαλβανούς) μετέφεραν από το Μεσολόγγι προς στην Αλβανία 19 Ελληνίδες σκλάβες, τις άρπαξαν κατά την έξοδο. Τις πήγαιναν προς το Αργυρόκαστρο για πώληση.

Κάποια στιγμή το καραβάνι σταμάτησε στο χάνι του Καρβασαρά για ξεκούραση. Μεταξύ αυτών ήταν και η Ελένη Καραμπά με καταγωγή από το Ανώγι , έναν όμορο οικισμό, που είχε βρεθεί στο Μεσολόγγι. Κάποιος Βασίλης Καλτσής αφού έμαθε για τις γυναίκες πήγε στο χάνι και με νοθευμένο ούζο μέθυσε τους Αλβανούς και ελευθέρωσε τις γυναίκες. Μόνο την Ελένη Καραμπά δεν πρόλαβε. Η Ελένη ήταν παντρεμένη με τον Χρήστο Καραμπά και είχε και έναν γιο 4 χρονών, τον Πέτρο. Την Ελένη την πήρε κάποιος Αλβανός με το όνομα Νίβιτσα Μπέης και την πήγε στο αργυρόκαστρο. Οι Αλβανοι κατάφεραν και έπιασαν τον Βασίλη Καλτσή και τον κρέμασαν και βρήκαν και τα κορίτσια, τα οποία προφανώς πούλησαν κατόπιν.

Το χάνι του Καρβασρά στα 1855, πίνακας του George poer de la Beresford


Τι απέγινε η Ελένη;. Ο γιος της Πέτρος όταν μεγάλωσε πήγε και βρήκε τη μάνα του και την έφερε πίσω και την πήγε στο χωριό Φανερωμένη. Όταν την βρήκε ο γιος της η Ελένη είχε φέρει στον κόσμο και άλλα τρία παιδιά. Τον Τέκο, τον Σελήμ και την Έμινε. Τα παιδιά ακολούθησαν την μάνα τους και εγκαταστάθηκαν στην Παντάνασσα Άρτας σαν κτηνοτρόφοι. Όταν μετά τον πρώτο βαλκανικό πόλεμο η περιοχή έγινε Ελληνική, έφυγαν πίσω στην Αλβανία. Ένας εγγονός της Ελένης ο Αμπντούλ έγινε υπασπιστής του Βασιλιά Αχμέτ Ζώγου, και όταν ο Ζώγου έφυγε από την Αλβανία , έφυγε και αυτός μαζί του και Ιταλία και Ελβετία, όπου και σήμερα υπάρχουν απόγονοι του. Ο Αμπντούλ σαν αντικαθεστωτικός επί Χότζα, επέστρεψε στην Αλβανία μετά την κατάρρευση του συστήματος και τότε επικοινώνησε και με τον Δημήτρη Καραμπά. Ήταν δε συγγραφέας. Ο Πέτρος Καραμπάς, ο πρώτος γιος της Ελένης γεννήθηκε γύρω στο 1821/1822 και απεβίωσε το 1909.

Ο Βασίλης Καλτσής ήταν αδερφός της γιαγιάς του κυρίου Δημήτρη Καραμπά, της Δήμητρας Καλτσή, που μου διηγήθηκε την ιστορία. Η ιστορία αυτή έχει καταγραφεί και από τον στρατηγό Ιωάννη Ε. Παπαϊωάννου, που απεβίωσε το 1990.

Πολλές ευχαριστίες στο αγαπητό μου κύριο Δημήτρη, γι αυτές τις άγνωστες ψηφίδες της Ελληνικής ιστορίας.

Μια περιγραφή για το Χάνι του Καρβασαρά, όπως το έζησε ο Δημήτρης Καραμπάς, πριν αυτό εγκατεληφθεί και γκρεμιστεί.  Μια σπουδαία Μαρτυρία.