Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέφυρα Άρτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέφυρα Άρτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

 1901 - Ο ΤΕΛΩΝΗΣ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΑΛΚIΒΙΑΔΗΣ  ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ



Με την απελευθέρωση της Άρτας το 1881 στον νομό δημιουργήθηκαν κάποια τελωνεία με κεντρικό αυτό της πόλης της Άρτας στη Γέφυρα. Από τρους πρώτους καιρούς, όπως έχω γράψει και σε άλλο άρθρο μου, που δημοσίευσε η εφημερίδα «Ταχυδρόμος της Άρτας» το τελωνείο είχε να παλέψει με το λαθραιμπόριο, που έρχονταν από την πλευρά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ό,τι  μέτρα και να λάμβανε το τελωνείο και η πολιτεία, το λαθραιμπόριο ανθούσε. Η παραοικονομία κατέστρεφε τα καταστήματα της πόλης.  Τον Οκτώβρη του 1900 έφτασε στην Άρτα ένας νέος τελώνης ο Αλκιβιάδης Τριανταφυλλόπουλος.  Το τελωνείο το βρήκε σχεδόν ξεχαρβάλωτο. Έλαβε αμέσως δραστικά μέτρα να πατάξει το λαθραιμπόριο.  Πρώτη κίνηση ήταν να μαζέψει πληροφορίες τι εισέρχεται στην Άρτα λαθραία. Αφού προφανώς η Άρτα εκείνο το διάστημα σημείωνε οικονομικήκρίση. Τίποτα δεν είχε πάει φαίνεται καλά το 1900. Στο στόχαστρο έβαλε πρώτα τις γυναίκες, οι οποίες στα εσώροχα τους έκρυβαν προϊόντα, όπως ζάχαρη και άλλη είδη, τα οποία αγόραζν φθηνά στο Τούρκικο και τα περνούσαν αφορολόγητα στο Ελληνικό. Την δουλειά αυτή την ανέθεσε σε μια γυναίκα Τελώνη, η οποία, όποια γυναίκα έπιανε να έχει λαθραία της κρεμούσε τα εσώρουχα στον πλάτανο. Αύξησε τα έσοδα του τελωνείου της Αρτας και της Κόπραινας επιβάλλοντας φόρο σε ψάρια και γαλακτοκομικά που έρχονταν απο το Τούρκικο. Αφού έβαλε σε τάξη τις υπηρεσίες και υπαλλήλους  το 1901 παρέδωσε ταμείο 26 000 δραχμές  έναντι 10 000 που παρέδωσε ο προκάτοχος του.

Ο τύπος της εποχής τον επάινεσε για την τημιότητα του και τον χαρακτήρα του.  Το σύστημα φορολογίας που εφάρμοσε με βάση πάντα τον νόμο θα έφερνε στο κράτος χρονιαία 30 000 δρχ.

Η Εφημερίδα  ΣΚΡΙΠ ζήτησε από τον υπουργό οικονομικών Σιμόπουλο να ανταμείψη τον Τριανταφυλλόπουλο όπως του αξίζει. Συγκεκριμένα έγραφε:

«Ευελπιστούμεν τι κ. Υπουργός των Οικονομικών Α. Σιμόπουλος, χων π' ψιν πάντα τατα θέλει αμείψει καταλλήλως τον κ. Τριανταφυλλόπουλον».

 

Πηγή κειμένου: Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ , 11.06.1901

                          Συλλογές Σωτήρη Κασσανού

Εικόνα: Κολάζ με τη γέφυρα Άρτας και τελώνηδες του 1900

Παρασκευή 9 Μαΐου 2025

 O ΓΡΙΦΟΣ ΜΙΑΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ – ΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΣΤΗΝ ΓΕΦΥΡΑ ΑΡΤΑΣ ΣΤΙΣ 02.10.1912


Όταν είδα για πρώτη φορά την φωτογραφία αναρωτήθηκα, τι κάνουν Τούρκοι και Έλληνες αξιωματικοί και διπλωμάτες στην Γέφυρα Άρτας δύο μέρες πριν την επίσημη έναρξη του πολέμου. Συναντήσεις υπήρχαν ταχτικά, προκειμένου να συζητούν προβλήματα, τα οποία προέκυπταν. Πότε από δω και πότε από κει από το ποτάμι. Όμως η συνάντηση στις 03.10.1912 είχε άλλο Χαρακτήρα. Το βράδυ στις 02.10.1912 δεν ξέρουμε τι ακριβώς έγινε και τα δύο άκρα των Φυλακίων άρχισαν να ανταλλάσσουν πυρά μεταξύ τους, που στους Αρτινούς θύμισε μέρες του 1897. Πρώτοι οι Έλληνες αξιωματικοί μεσολάβησαν από την ελληνική πλευρά και σταμάτησαν τα πυρά. Ακολούθησαν και οι Τούρκοι αξιωματικοί που ηρέμησαν τους δικούς τους. Στις 03.10 η γέφυρα είχε κλείσει για το κοινό. Έτσι λοιπόν οι Έλληνες κάλεσαν τους Τούρκους στην Ελληνική πλευρά και συζήτησαν το επεισόδιο. Με την διευθέτηση της "παρεξηγήσεως" άνοιξε πάλι η γέφυρα στη συγκοινωνία. Τι ακριβώς έγινε, ποιος άνοιξε πρώτος τα πυρά, δυστυχώς πέρασε στα απόρρητα. Τρεις μέρες αργότερα ένας λόχος ευζώνων θα απωθήσει την Οθωμανική φρουρά της γέφυρας, περίπου 300 στρατιώτες, και θα υψώσει την Ελληνική σημαία στο σημερινό λαογραφικό μουσείο, όπου ήταν το Οθωμανικό τελωνείο και διοικητήριο της Οθωμανικής φρουράς.

Φωτογραφία: Ελληνες και Τούρκοι Αξιωματικοί και Αξιωματούχοι στην γέφυρα Άρτας στις 03.10.1912. Απο εφημερίδα της εποχής

Πηγή: Ο Α΄ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ -Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΟ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΟ ΕΔΑΦΟΣ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ

Πέμπτη 8 Μαΐου 2025

 ΠΟΙΟΣ ΤΕΛΙΚΑ  ΕΧΤΙΣΕ ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΓΙΟΦΥΡΙ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ; ΕΛΛΗΝΕΣ; ΡΩΜΑΙΟΙ; ΄ΦΑΙΚ ΠΑΣΑΣ ή Ο ΘΙΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ-ΓΑΤΟΦΑΓΟΣ;



Πέρα από τους μύθους και θρύλους υπάρχει πάντα και μια ιστορική πραγματικότητα. Στην περίπτωση όμως του γιοφυριού της Άρτας  ΄εχουμε ακόμη λίγο μεσάνυχτα. Και λέω μεσάνυχτα, γιατί οι πηγές είναι λιγοστές και αντιφάσκουν. Τουλάχιστον προς το παρόν. 

Η Παλιότερη  πηγή που κάνει αναφορά στο γιοφύρι της Άρτας είναι αυτή του πλίνιου του Πρεσβύτερου , την οποια θελει τη γέφυρα 300 μέτρων δηλ διπλή της σημερινής. Αν πρόκειται για αυτή τη γέφυρα μας είναι άγνωστο.  Αφήνει μάλλον να εννοηθεί όπως γράφει ο Γερμανός Βίλεχλμ Οστέχους, πως μάλλον ειναι ρωμαϊκό έργο και ειρωνεύεται τους Έλληνες. Ο Οστέχους κατηγορεί τον Πλίνιο, πως δεν έχει καταλάβει, πως τους Έλληνες δεν τους ενδιέφεραν γέφυρες, όπου μπορούσαν να πάνε με πλοία.

Ακόμη και στον καιρό του Δεσποτάτου δεν έχει έρθει στο φως κάτι που να σχετίζεται για την γέφυρα. Ακόμη και κατά την διάρκεια των πολέμων είτε με τους Ανζού , είτε με τους παλιολόγους σε αντίθεση με τους Ρωγούς, όπου γίνεται πάντα λόγος για γέφυρα, εδώ καμία αναφορά.

Η επόμενη ως τώρα γνωστή αναφορά και «πρώτη» γραπτή πηγή είναι αυτή του Τούρκου περιηγητή Εβλιγια Τσελεμπί στα 1670. Ο Τσελεμπί την αποδίδει στα έρα του Φαΐκ πασά, του πρώτου Οθωμανού κυβερνήτη της πόλης. Τον Εβλιγια Τσελεμπί τον έχει πάρει κατά κέξη η Ισλαμική Εγκυκλοπάιδεια και αναφέρει την γέφευρα σαν Faik Paşa Köprüsü =Γέφυρα του Φαΐκ πασά. Όμως γνωρίζουμε καλά πως ο Εβλιγια Τσελεμπί έγραψε και πολλές αρλούμπες. Νεώτεροι  Τούρκοι ιστορικοί που μελέτησαν έργα του Φαΐκ πασά και βακούφικα αμφιβάλουν. Διαβάζονταν την ιδρυτική πράξη του Ιμαρέτ Αρτας , ο ιστορικός κάνει λόγο, πως ο Φαΐκ πασάς βρήκε μια χαλασμένη γέφυρα κια την επισκεύασε. Είναι όμως αυτή ; Δεν ξέρουμε ! Είναι σημαντική η παρατήρση του Τούρκου ιστορικού γιατί θα την βρούμε και αλλού.



Στα 1780 αναφορά στη Γέφυρα κάνουν οι Περιηγητές Φαχερώ, Φαβέλ και Κασσάς, μάλιστα έχουμε την πρώτη ως τώρα  γνωστή απεικόνιση, αλλά δεν γράφουν τίποτα το ιδιαίτερο.

Η αμέσως επόμενη πηγή είναι αυτή του Θιακογιάννη ή Γατοφάγου, που βρήκε τις λίρες στα πυθάρια και έχτισε τη γέφυρα. Ο πρώτος που κατέγραψε αυτή την ιστορία είναι ο Άγγλος Περιηγητής William Turner στα 1813 που η ιστορία πάει 200 χρόνια πίσω. Φαίνεται η ιστορία να ήταν ευρύτερα γνωστή στην Άρτα.  Ενάμιση αιώνα αργότερα έρχεται ο αείμνηστος ιστοριοδίφης Τσούτσινος και ισχυρίζεται, όπως οι Τούρκοι για τον Φαϊκ πασά έτσι και δω, πως ο Θειακογιάννης ή Γατοφάγος δεν έφτιαξε την γέφυρα αλλά την πρώτη καμάρα που είχε πέσει. Η γέφυρα υπήρχε. Στηρίζεται σε ένα γραπτό που ειχε βρει κάποιος γιατρός απο την Κόνιτσα και το έδωσε στη Μονή Κάτω Παναγιάς.

Ισως κοντά στην Πραγματικότητα να είναι η βλάχικη Μπαλάντα, που είχε φέρει στο φως ο Gustav Weigand και αναφέρεται σε χριστιανούς Ηγεμόνες. Και δω είανι και λίγο μπερδεμένο το θέμα, καθότι Χριστιανιούς Ηγεμόνες (Έλληνες, Αλβανούς, Σερβους, Ιταλούς) έχουμε από το 1204 ως το 1449 στην Άρτα. Αν όντως η βλάχικη μπαλάντα έχει δίκιο, τότε να υποθέσουμε πως η γέφυρα χτίστηκε στα χρόνια του Δεσποτάτου είτε των Ελλήνων/Ρωμαίων Ηγεμόνων , είτε των ξένων Ηγεμόνων.

Τελικά η γέφυρα που απικονίζεται στον πίνακα με την Αγία Οικία, που μεταφέρθηκε απο την ¨Αρτα στο Λορέτο της Ιταλίας, τελικά, ως μεγάλη μου απογοήτεση δεν σχετίζεται με την γέφυρα της Άρτας αλλα μια ντόπια, κάπου 20χιλμ. έξω απο το Λορέτο, όπως διαπίστωσα φέτος.

Ελπίζω στο μέλλον να έχουμε περισσότερα στοιχεία.

Πηγές Κειμένου:

1. Πλίνιος, Φυσική Ιστορία

2. Εβλιγια Τσελεμπί, Οδοιπορικό,

3. William Turner, journal...

4. Tσούτσινος, Μελετήματα

5. Ξενόπουλος, Ιστορικό Δοκίμιο

6. Gustav Wiegand, die Aromunen , 2er Band

7. Faucherot & Fauvel

Τετάρτη 7 Μαΐου 2025

 Σημειώσεις του δημοσιογράφου  Ανδρέα Χ. Μοσχονά  μετά την κατάληψη της Γέφυρας  και του Ιμαρέτ στις 10 Απριλίου 1897  

Φωτογραφία από το αρχείο του Κώστα Μπανιά, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Ταχυδρόμος της Άρτας"

Ο Ανδρέας Μοσχονάς ήταν πολεμικός ανταποκριτής της Εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ. Η καταγωγή του ήταν από τα Χανιά και ήταν γαμπρός του ποιητή Γεωργίου Σουρή.  Ηταν Δημοσιογράφος, συγγραφέας, δάσκαλος και επιχειρηματίας στα Χανιά και στο Λονδίνο. Το 1897 βρέθηκε πολεμικός ανταποκριτής στην Άρτα και μας άφησε αρκετές πληροφορίες από κείνες τις μέρες του πολέμου.  Ιδιαίτερο ενδιαφέρον και με αρκετές πληροφορίες παρουσιάζει το άρθρο του για την κατάληψη του Ιμαρέτ από τις ελληνικές δυνάμεις  στις 10.04.1897.

 

Στις 10.04.1897 ο Ελληνικές στρατός απώθησε τις Οθωμανικές δυνάμεις που φύλαγαν την γέφυρα και το πολυβολείο του Ιμαρέτ στον λόφο του Φαϊκ πασά σημ. Μαραθιά.  Ο Μοσχονάς ακολουθει το στρατό και καταγράφει διάφορες σκηνές:

 

1. Οι δύο γέροντες

Εκεί στην Γέφυρα συναντήθηκαν δυο ηλικιωμένοι με άσπρα μαλλιά και άσπρα γένια. Τα βήματα τους ήταν αργά. Ο ένας ήταν ελεύθερος και ο άλλος  μόλις είχε ελευθερωθεί.  Δεν αντάλλαξαν λέξη.  Έπεσε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και έκλαιγαν. Ό,τι ήταν να πούνε το είπαν με τα δάκρυα τους. Κάτι ψιθύρισαν τα χείλη τους μέσα στους λυγμούς. Του έβλεπα και έκλαιγα και γω. Κόμπιασα στο στήθος μου, όταν είδα τους δύο να πέφτουν να φυλούν το χώμα και να φωνάζουν ΖΗΤΩ. Εγώ κάθισα σε μια πέτρα, τους κοιτούσα και έκλαιγα.

Στο Ιμαρέτ κυματίζει η σημαία μας. Η Ήπειρος είναι ελεύθερη.

 

2. Το πέρασμα της γέφυρας

Οι πρώτοι που πέρασαν την γέφυρα ήταν μια διμοιρία του 6ου συντάγματος με επικεφαλής τον Μεσολογγίτη. Αυτό έγινε τα μεσάνυκτα. Ξημέρωσε και δεν φαίνονταν ίχνη από Τουρκο. Τα τηλεσκόπια έβλεπαν μια τεράστια ησυχία στον Κάμπο. Μόνο την Φιλιππιάδα βλέπαμε να καίγεται. Οι Ελληνες υπολόγισαν πως οι Τούρκοι είναι κρυμμένοι και θέλουν να τους αιφνιδιάσουν. Τίποτα δεν τάραξε την ημέρα. Μόνο απο τον Αμβρακικό ακούγονταν κανονιοβολισμοί, όπου οι δικοί μας κάναν το έργο τους.

 

3. Ο Τούρκος Στρατιώτης

Προχωρώ προς το Ιμαρέτ. Ενας Τούρκος στρατιώτης (προφανώς ο μόνος που απέμεινε εκει)είχε οχυρωθεί πίσω από έναν φράχτη. Πλησιάζε μια ομάδα με 20 στρατιώτες δικούς μας. Ο Τούρκος έριξε, χωρίς να συμβει τίποτα. Τότε του φώναξε ένας. Παραδώσου και δεν θα πάθεις τίποτα.  Αυτός έριξε μια άλλη άστοχη βολή. Τότε 20 όπλα στράφηκαν εναντίον του και έπεσε νεκρός.  Τον απόσυραν και τον έβαλαν σε μια σανίδα. Πλησίσα να δω τον νεκρό και ένιωσα θαυμασμό για τον γεναίο αυτόν νέο που προτίμησε να πεθλανει παρά να παραδοθεί. Γιατί μπροστά στο μεγαλείο της γεναιότητας παύει κάθε φυλετισμός και κάθε πάθος.  Τον έθαψαν σε μια γωνιά .

 

4. Οι τρεις Τούρκοι

Βαδίζω παραπέρα. Τρεις Τούρκοι πολίτες  δειλοί και τρέμοντας  βγαίνουν μέσα απο ένα περιβόλι.

Μη μας σκοτώσετε φωνάζουν. Τότε πετάγετε ο λοχαγός του μηχανικού  και τους λέει. Αδέρφια μου μη φοβάστε, όλοι είμαστε αδερφοί. Του πήρε και τους έθεσε υπο την επιτήρηση 4 στρατιωτών.

 

5. Οι δύο γυναίκες

Συναντώ δυο γυναίκες . Πως σας φαίνεται η Λευτεριά ωρέ γυαίκες;

Μέσα σε κλάματα και λυγμούς μου απαντούν: Ευλογημένη η 10η Απριλίου, η μεγάλη Τετάρτη, η Τετάρτη των Παθών.

 

Ο στρατός μας κατέχει και την Φιλιππιάδαν και προσπαθεί να σβήσει το πύρ. Αλλο ένα τάγμα προχωρά στα Πέντε Πηγάδια και μετά θα πάμε Γιάννινα. Εκει θα κάνουμε Ανάσταση.

Κυριακή 20 Απριλίου 2025

Μια άλλη παραλογή του Γιοφυριού της Άρτας



Στα Ελληνόφωνα χωριά των Γκραικάνων της Καλαβρίας σώζεται μια παρολογή, αντίστοιχη με αυτή του Γιοφυριού της Άρτας. Η διαφορά είναι πως εδώ δεν χτίζουν γέφυρα αλλά μια εκκλησία.

Το γεγονός διαδραματίζεται στην πόλη Όρια της Απουλίας. Η Όρια είναι η αρχαία Ιλλυρική αποικία των Μεσσαπίων Ύρια, η οποία στα Λατινικά έγινε Uria και στον μεσαίωνα Όρια. Και εδώ ο πρωτομάστορας με εικοσιτρείς μαθητάδες προσπαθεί να στήσει την εκκλησία της Όρια. Και στην περίπτωση αυτή όλη τη μέρα χτίζανε και τη νύχτα γκρεμίζονταν. Και εδώ το πουλάκι μεταφέρει την κακή είδηση πως για να στηθεί η εκκλησία πρέπει να θυσιαστεί άνθρωπος. Και δω έχουμε πάλι διαφορά με το γιοφύρι της Άρτας.

Το πουλί ζητά εδώ την θυσία ενός παιδιού. Όχι όμως οποιουδήποτε παιδιού, αλλά το παι-δί του Πρωτομάστορα. Αυτός πηγαίνει σπίτι και παίρνει το παιδί, το φέρνει στο εργοτάξιο, το πετάνε μέσα και αρχίζουν το χτίσιμο. Το παιδάκι μάταια ζητά από τον πατέ- ρα, τον Χριστό και τους Αγίους, την βοήθεια τους.

Όταν η μητέρα γυρίζει το βράδυ στο σπίτι αναζητά τον γιό της και ο πατέρας λέει πως κάπου πήγε και δεν γύρισε. Η μάνα παίρνει τους δρόμους, λαγκάδια, πηγάδια και τελικά αφού καταλαβαίνει πως το παιδί της χάθηκε, καταριέται την Όρια και ζητά από τον Χριστό την τιμωρία. Αυτός την ακούει και σε λίγο από την Όρια έβγαιναν μόνο καπνοί. Προφανώς έχει να κάνει με την καταστροφή που υπέστη η πόλη από τους Σαρακηνούς τρείς φορές.

Παρουσιάζω εδώ από το τεράστιο έργο του Σπύρου Μαντά την αρχή του ποιήματος και στο τέλος την κατάρα, στην ελληνόφωνη γλώσσα των Γκραικάνων (διάλεκτος Καλαβρίας, τα Γκρίκο είναι στο Σαλέντο της Απουλίας) και σε μετάφραση:

 

sarantapente mastori

ce cositria pedia

sa Oria ipolemune

na stasione aclisia

 

Σαρανταπέντε μάστοροι

τσι εικοσιτριά παιδία

στην Όρια πολεμούσανε

να φτιάξουνε εκκλησία

 

ma i tixi pou i staziane

sto simberi dromeni

sto avro oli i vriscatio

cimesa pesomeni

Μα οι τοίχοι που εστιάζανε

στο σήμερα ιδρωμένοι

στο αύριο τους εβρίσκανε

στο χώμα να΄ ν πεσμένοι

Και κλείνει το ποίημα με την κατάρα της μάνας και την εκδίκηση της με την βοήθεια του Χριστού

Ce pvw annati o somma mu

is clama ce is ponesi

itu na annazi i Oria

ce panta na canissi

 

Όπως με καεί το σώμα μου

στους πόνους πως δακρύζει

να καίγεται η Όρια

για πάντα να καπνίζει

 

Ce o Xristos tin icuse

ce simberi annorizi

a‘tt‘ a macria to Oria

jaiti panta cannilzi

 

Τσαί ο Χριστός την ακούει την

απο μακρια που φαίνεται

η Όρια ξεχωρίζει

τι πάντα θα καπνίζει

 

Πηγή κειμένου: Σπύρος Μαντάς, Γεφυρογραφία της Πίνδου, τόμος Ε, «Του Γιοφυριού της Άρτας»


Τετάρτη 16 Απριλίου 2025

 Κάποτε στην Άρτα. Λαθρεμπόριο (οι εργάτες της Νύχτας), το τελωνείο και οι τελώνηδες



Το λαθρεμπόριο δεν ήταν κάτι καινούριο για την Άρτα. Ήδη στον καιρό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το βρίσκουμε στις εμπορικές πηγές. Όμως με την οριοθέτηση των νέων συνόρων του 1881 παίρνει άλλη διάσταση.

Από τις 24 Ιουνίου 1881 έως 6 Οκτωβρίου 1912 το ιστορικό γιοφύρι της Άρτας ήταν το σύνορο μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται η ταβέρνα του Πρωτομάστορα ήταν το Ελληνικό τελωνείο και απέναντι το στρατιωτικό φυλάκιο. Ο αποκλεισμός της Άρτας από τον κάμπο ήταν οικονομική καταστροφή. Πολλοί μαγαζάτορες είχαν μεταφέρει καταστήματα απέναντι στο Τούρκι- κο λόγω δασμών.

Με την δύση του ηλίου έκλειναν οι καγκελόπορτες του Γιοφυριού αφού προηγουμένως ηχούσαν σάλπιγγες και από τις δυο πλευρές. Απέναντι από το Γιοφύρι είχε ανθίσει μια παραοικονομία εις βάρος της Άρτας. Οι Οθωμανικές αρχές της Φιλιππιάδας, προκειμένου να πλήξουν οικονομικά την Άρτα, επιδοτούσαν εμπόρους να πουλούν την πραμάτεια τους σε εξευτελιστικές τιμές που δεν μπορούσαν οι Αρτινοί έμποροι να ανταγωνιστούν. Γκέγκηδες και Τούρκοι πωλούσαν τα ζαχαρωτά, χαλβάδες, λουκούμια, ζάχαρη, καφέ σε ονειρεμένες τιμές. Οι Αρτινοί διέσχιζαν το Γιοφύρι συνεχώς και όλο και κάτι περνούσαν και στην πόλη.

Οι λαθρέμποροι

Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό κάποιες παρέες βρήκαν την ευκαιρία να αναπτύξουν το δικό τους εμπόριο. Στις πηγές αναφέρονται και σαν «Εργάτες της νύχτας». Οι πιο γνωστοί ήταν ο Γιάν Μανώλης, ο Πάνο Φασάρος, ο Κώστας Μανώλης, ο Μίτζιλης και κάτι άλλα πρωτοπαλίκαρα της νύχτας.

Μετά το 1900 αυτοί που άφησαν όνομα ήταν ο Καρακώστας, ο Παγώνας και η παρέα τους. Με πολύ δυσκολία και κίνδυνο να τους σκοτώσουν οι περιπολίες από τις δύο πλευρές περνούσαν την πραμάτεια τους μέσα από περάσματα του Αράχθου στην Άρτα, που λόγω του χαμηλού κόστους γίνονταν ανάρπαστη. «Καριέρα» έκανε εδώ και η λεγόμενη Κουτσογίδαινα. Το προσωνύμιο αυτό έλαβε μια γυναίκα βιοπαλαιστής από την Άρτα, η οποία είχε δυο γίδες και η ίδια μάλλον κούτσαινε και κάνοντας πως πουλάει γάλα στις γειτονιές έπαιρνε παραγγελία από τους «πελάτες της», τους οποίους προμήθευε τα σχετικά.

Γεγονός είναι πως η αντιπαράθεση αυτών των λαθρεμπόρων με τις αρχές, τους έφερε με τον καιρό κάποια αίγλη στα μάτια του κόσμου. Ένας άλλος γνωστός λαθρέμπορος, μικρής εμβέλειας θα λέγαμε, ήταν ο Γαλανός με την πλατιά σιαλβάρα. Μέσα σ’ αυτή περνούσε ζάχαρη, καφέ, μπαχαρικά, σπίρτα και άλλα μικροπράγματα. Ακόμα και γυναίκες έμπαιναν στον πειρασμό αλλά γι’ αυτές ήταν πιο δύσκολα τα πράγματα.

Το μικρολαθρεμπόριο

Σε λαθρεμπόριο δεν επιδίδονταν μόνο επα- γγελματίες, όπως τα παραπάνω ονόματα, αλλά και απλοί βιοπαλαιστές για προσωπική χρήση. Πώς γίνονταν αυτό θα το δούμε μέσα από τρεις διηγήσεις απογόνων κάποιων βιοπαλαιστών της εποχής εκείνης. Οι δύο δέχτηκαν να αναφέρω και τα ονόματά τους.

Ο Βασίλης Χουλιάρας λέει: Ο πατέρας μου γεννημένος στα 1906, μας διηγούνταν ότι με την μητέρα τους μετέφεραν από τον κάμπο μέσα στα ρούχα τους διάφορα προϊόντα/αγαθά (προφανώς όχι εμπορεύματα) προκειμένου να εκμεταλλευτούν τις φθηνότερες τιμές. Αυτή ήταν συνηθισμένη τακτική σε πολλές (ίσως στην πλειοψηφία) των οικογενειών της πόλης.

Ο Δημήτρης Στόγιας επίσης: Η μάνα μου, μου έλεγε ότι ο αδελφός της Δημήτριος Καϊντάσης περνούσε συχνά τα σύνορα και έφερνε με το άλογό του συνήθως καφέ και ζάχαρη κρυμμένη στο σαμάρι του αλόγου. Μερικές φορές ήταν σε κέφι από τσίπουρα που είχε κοπανίσει και περνώντας σιγομουρμούριζε (σαμαρίνα – ζαχαρίνα). Μας τα διηγούνταν όταν είμασταν μικρά παιδιά και γελούσαμε.

Ένας καμπίσιος λέει: Ο προπάππος μου πήγαινε με το κάρο δήθεν προϊόντα στην Άρτα, αλλά το κάρο είχε διπλό πάτωμα. Πλήρωνε μεν τελωνεία κλπ, αλλά από τα υφάσματα και τον καφέ που πήγαινε έβγαζε πιο πολλά. Μια φορά παραλίγο να τον πιάσουν αλλά λάδωσε τον τελώνη ή έναν στρατιώτη και τον άφησαν να φύγει. Μετά δεν ξαναπήγε.

Tο Ελληνικό τελωνείο

Το Ελληνικό τελωνείο βρίσκονταν εκεί που σήμερα είναι η ταβέρνα «Πρωτομάστορας» με το κτήριο που βρίσκεται ακριβώς δίπλα.

Το αρχικό κτήριο, σύμφωνα με την Γερμανική γκραβούρα, φαίνεται να είχε και κούλια ή δώμα για τον διοικητή, όπως συνηθίζονταν. Φαίνεται ότι το κτήριο ήταν ακόμα παλιότερα Οθωμανικό φυλάκιο. To τελωνείο δεν μπορούσε να το αποφύγει κανείς. Δυο Έλληνες στρατιώτες με όπλα και λόγχες έδειχναν στον κόσμο ότι πρέπει να περάσουν πρώτα από το τελωνείο.

Ο Γερμανός γεωλόγος Dr. Alfred Philippson στα 1897, αφού μετά από αρκετή ταλαιπωρία στο Τούρκικο πέρασε τη γέφυρα φτάνοντας στην άλλη άκρη, εμφανίστηκαν δυο στρατιώτες με ξιφολόγχες, του έδειξαν πως πρέπει να περάσει αριστερά στο τελωνείο, όπου μετά από διαμάχη με τον τελώνη πλήρωσε πανάκριβο φόρο για τα άλογα που είχε μαζί του.

Οι τελώνηδες

Από τους τελώνηδες, πέρα από την διοικητή Μπουρνά, όνομα άφησαν δυο γυναίκες. Η Καλαμπάκου και η Ματσάλου.

Η Καλαμπάκου περιγράφεται σαν μια κακιά γριά με καμπούρα. Αυτή ήταν καχύποπτη προς όλες τις γυναίκες και τις οδηγούσε σ’ ένα δωμάτιο, όπου τις ξεγύμνωνε και αν έβρισκε κάτι λαθραίο πάνω τους, τους έβγαζε το εσώρουχο και το κρεμούσε στον πλάτανο και δίπλα ήταν η γυναίκα. Η άλλη, η Ματσάλω, φαίνεται ότι ήταν πιο διεφθαρμένη. Αυτή είχε το συνήθειο να χρηματίζεται. Αν οι γυναίκες που είχαν κάτι λαθραίο δεν κινούνταν έξυπνα και να τις δώσουν μερίδιο τότε τις τσάκιζε στο ξύλο.

Ο τελώνης Μπουρνάς

Ο διοικητής Μπουρνάς φαίνεται να ήταν συνεργάτης της Ματσάλως. Μαθεύτηκε τι συμβαίνει στο τελωνείο και του ήρθε μαντάτο να την ξεφορτωθεί. Τότε αυτός απάντησε πως, πέρα από το ότι είναι μια συνεργάτης που ασκεί καλά τα καθήκοντα της, είναι παράλληλα και δύσκολο να βρει άλλη.

 

Πηγές κειμένου: Σεραφείμ Ξενόπουλος, Ιστορικό Δοκίμιο. Ευστράτιος Πατσαλιάς «Ή ’Άρτα πρό ΙΟΟετίας», περιοδικό «Σκουφάς», τεύχος 85. Θεόδωρος Ζαχάρης «Λαθρεμπόριο στην παλιά Άρτα», Ηπειρωτικό Βήμα Άρτας, φύλλο 76/1930. Λεωνίδα Βλάχου «Όταν το Γιοφύρι ήταν σύνορο», περιοδικό Σκουφάς, τεύχος 56 – 57. Δημήτρης Καραγιάννης «Το λαθρεμπόριο στην Άρτα», εφημερίδα Αμβρακία, 21 Μαρτίου 1983. Φώτης Βράκας «Φιλιππιάδα, ο χώρος, ο οικισμός, ο καζάς». Εφημερίδα Παλιγγενησία, 1882. Ελευθέριος Βέτσιος «Η οικονομική και διπλωματική παρουσία των Βενετών στην Άρτα». Κωνσταντίνα Πανάγου «Όψεις της οικονομικής και κοινωνικής ζωής στην Άρτα μετά την προσάρτηση της στο Ελληνικό κράτος». Βασίλης Χουλιάρας «Μαρτυρία». Δημήτρης Στόγιας «Μαρτυρία». Ένας καμπίσιος «Μαρτυρία». «Φωνή της Ηπείρου», φύλλο 7/30 Οκτωβρίου 1892, σελίδα 3 και φύλλο 29/2 Απριλίου 1893, περί των τελωνείων. Αlfred Philippson «Griechenland», 1897.