Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εμπόριο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εμπόριο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2025

 18ος ΑΙΩΝΑΣ - ΟΤΑΝ Η ΑΡΤΑ ΕΚΑΝΕ ΕΞΑΓΩΓΗ ΧΥΜΟ ΛΕΜΟΝΙΟΥ

Η Άρτα, μια πόλη γνωστή για τα εσπεριδοειδή της θάταν κρίμα να μην γίνει και μια αναφορά σε αυτά. Πότε ακριβώς εμφανίστηκε το λεμόνι στον Ελλαδικό χώρο δεν μας είναι ακριβώς γνωστό. Γνωρίζουμε μόνο,(σύμφωνα με αυτά που διαβάζω, δεν είμαι ειδικός), πως είναι υβρίδιο και προέρχεται από τις Ινδίες. Η πρώτη σαφής περιγραφή του λεμονιού συναντάται στις αρχές του 10ου αιώνα, σε πραγματεία περί γεωργίας του Άραβα Κούστους Αλ-Ρούμι. Περί τα τέλη του 12ου αιώνα, ο Ιμπν Τζαμί, προσωπικός γιατρός του μεγάλου μουσουλμάνου ηγέτη Σαλαντίν, έγραψε πραγματεία περί του λεμονιού. Μέχρι τώρα οι ιστορικοί πίστευαν, πως το λεμόνι ήλθε στην Ευρώπη μεταξύ 10ου και 13ου αιώνα, όμως οι τελευταίες ανασκαφές στην Πομπηία, όπου βρέθηκαν απεικονίσεις λεμονιών το θέτουν πάλι προς συζήτηση.

Το Εργαστήρι χυμού λεμονιού

Έψαξα μήπως και μπορέσω να εντοπίσω που ακριβώς γίνονταν η παρασκευή του χυμού αλλά μόνο υποψίες υπάρχουν. Αν λάβω υπόψιν, ότι έξω από την πόλη της Άρτας στην δυτική πλευρά του Αράχθου στον κάμπο και όχι μακριά από την πόλη ήταν εργαστήρι που παρασκεύαζε χυμό λεμονιού, θα πρέπει να ήταν κάπου προς Κεραμάτες ή Κυρ Νικολού (Ανθότοπο). Εδώ λοιπόν μαζεύονταν λεμόνια από την ευρύτερη περιοχή παρασκευάζονταν σε χυμό (concetrat), κονσερβοποιούντανμε αλατόνερο και γεμίζονταν σε κρασοβαρέλια όπως το κρασί. Δυστυχώς δεν έχουν μείνει αρκετές πληροφορίες, έτσι που να έχουμε μια πλήρες εικόνα.

Οι Αγοραστές

Οι αγοραστές ήταν πρώτα τα ίδια τα πλοία που έφταναν στις αρτινές σκάλες (Σαλαώρα και Κόπραινα) γιατί με αυτό πολεμούσαν το σκορβούτο, μια ασθένεια που θέριζε τους ναυτικούς. Κάποιες μικρές ποσότητες έφευγαν για τα λιμάνια της βόρειας Ιταλίας και απο κει γερμανικές χώρες και τρίτοι ήταν οι Εφτανησιώτες. Αυτοί με την σειρά τους εμπορεύονταν τον χυμό στην Χίο, όπου από κει έφτανε και άλλος χυμός από Κρήτη και οι Χιώτες το πωλούσαν στην Κων/πολη, όπου ήταν περιζήτητο.

Εικόνα: Το κορίτσι με τα λεμόνα, πίνακας του William Adolphe Bouguereau,

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2025

ΕΜΠΟΡΙΟ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΡΓΕΣΤΗ ΣΤΗ ΣΑΛΑΩΡΑ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ

Πλοία, Καπετάνοι και φορτώματα για το αρτινό λιμάνι  της Σαλαώρας


Το λιμάνι της Τεργέστης

Η σημασία του λιμανιού της Τεργέστης ως θαλάσσιου λιμένα και σημείου μεταφόρτωσης, καθώς και ως εμπορικού και οικονομικού κέντρου, αυξήθηκε από τον 18ο αιώνα και μετά με την ίδρυση του Ελεύθερου Λιμανιού (porto Franco) από τον Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Κάρολο ΣΤ΄ (Αρχιδούκα της Αυστρίας) το 1719. Με την αυστριακή υποστήριξη, η Τεργέστη αντικατέστησε τη Βενετία στον ηγετικό της ρόλο στο εμπόριο με τη Μέση Ανατολή και εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο της Αδριατικής. Αξίζει να αναφερθεί, πως το 1802 έδεσαν στο λιμάνι της Τεργέστης 5.442 πλοία (μέσο όρο 15 πλοία την ημέρα), διαχειριζόμενα 483.326 τόνους εμπορευμάτων δηλ 1324 τόνους την ημέρα. Στο απόγειο της ευημερίας της Τεργέστης, περίπου 100 χρόνια αργότερα, υπήρχαν περισσότερα από διπλάσια πλοία και περισσότερο από δεκαπλάσια ποσότητα φορτίου που διακινούνταν. Τα κύρια εμπορεύματα ήταν ο καφές, η ζάχαρη και τα τροπικά φρούτα, καθώς και κρασιά, έλαια, βαμβάκι, σίδηρος, ξυλεία και μηχανήματα.

Σχέδιο της πόλης Τεργέστης και του λιμανιού στα 1718

Η Ελληνική παροικία

Από τον 18ο αιώνα κλήθηκαν απο τους Αυτοκράτορες της Αυστρίας και εγκαταστάθηκαν στην Τεργέστη πάρα πολλοί Έλληνες έμποροι από όλο τον Ελληνισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε αυτό βοηθούσε και η συνθήκη του Πασάροβιτς μετά τον 7ο Τουρκοβενετικό πόλεμο. Μεταξύ των Ελλήνων βρίσκονταν και Εμπορικοί οίκοι από Γιάννινα, Πρέβεζα και Άρτα. Για τους Αρτινούς έχω αναφερθεί σε άλλο άρθρο.

Η Ελληνική Εκκλησία της Τεργέστης τον 19ο αιώνα

Η Σαλαώρα

Η Άρτα η ίδια βρίσκεται σχεδόν 18 χιλιόμετρα από την Θάλασσα. Δύο σκάλες, η Κόπραινα και η Σαλαώρα ήταν αυτές που θα κινούσαν το Εμπόριο. Ειδικά η Σαλαώρα. Η Σαλαώρα μας είναι γνωστή από τον Μεσαίωνα. Ήταν φαίνεται το βασικό λιμάνι της Άρτας και θα μπορούσαμε να πούμε πως αντικατέστησε τον αρχαίο Άμβρακο. Αλλά και στην περίοδο της Οθωμανοκρατίας η Σαλαώρα θα είναι το κεντρικό λιμάνι της Ηπείρου. Από την Σαλαώρα θα φορτώνονται τα περισσότερα εμπορεύματα προς εξαγωγή και δω θα φτάνουν τα αγαθά της Δύσης. Ένα από τα λιμάνια για το οποίο θα φεύγουν προϊόντα και θα εισέρχονται προϊόντα θα είναι και αυτό της Τεργέστης.

Το Σεράι του Αλή πασά  και Οθωμανικό τελωνείο στην Σαλαώρα το 1810, σχέδιο του Άγγλου Charles Robert Ckokerel

Τα αρχεία της Τεργέστης και η Σαλαώρα

Από τα αρχεία της Τεργέστης γνωστά σαν Listino dei bastimenti partiti dal Porto-Franco di Trieste και καταγράφουν προϊόντα, τύπους και ονόματα πλοίων, πόσο εμπόρευμα έφυγε και λιμάνι προορισμού μελέτησα τα έτη, 1832, 1835, 1840, 1845, 1847 . Στα αρχεία αυτά η Σαλαώρα αναφέρεται πάντα σε συνδυασμό με κάποιο δεύτερο λιμάνι και 95% αναφέρεται μαζί με την Πρέβεζα.Περίεργο μου φαίνεται το έτος 1835, όπου αναφέρεται μόνο η Πρέβεζα και η Βόνιτσα.

Εδώ οι λίστες με τα αρχεία αναχωρήσεως του 1840

Όπως ανέφερα παραπάνω σε αυτά τα αρχεία θα δούμε τύπους πλοίων, ονόματα πλοίων, με ποια σημαία κυκλοφορούσαν, τα ονόματα των καπετάνιων  και πόσους τόνους εμπόρευμα είχαν. Τα πλοία που συναντούμε είναι συνήθως η Γολέτα, το Μπρογκαντίμ, το Πιελέγκο, το Τραμπάκουλο , Μπρατσέρα και Μπομπάρδα. Ήταν κλασικοί τύποι πλοίων που συναντούσε κανείς στο Ιόνιο πέλαγος και στην Αδριατική. Εδώ μια σύντομη περιγραφή κάθε τύπου όπως τα περιγράφει ο Ναυτότοπος.

Γολέτα: Λεγόταν και Γολετίνα. Δικάταρτο σκάφος του ιδίου ή μικροτέρου μεγέθους από το Μπρίκι. Έφερε τραπεζοειδή ιστία στον πρωραίο ιστό και Μπούμα με Φλίσι στον πρυμναίο.

Τραμπάκολο: Συνήθης τύπος Οξύπρυμνου σκάφους που έφερε δύο κατάρτια. Είχε ιδιαίτερα φαρδύ κατάστρωμα στην πλώρη και στην πρύμνη και ευρύχωρη γάστρα κατάλληλη για μεταφορές. Ναυπηγείτο σε όλα τα ναυπηγικά κέντρα της Αδριατικής μέχρι και στην Κέρκυρα. Στα δύο κατάρτια έφερε συνήθως δύο πανιά Ψάθες και σε παλαιότερες εποχές τετράγωνα πανιά που τα ονόμαζαν Μπαφίγκους.

Πιελέγκο: Είδος γάστρας παρόμοιο με το Τραμπάκολο. Η μόνη ουσιαστική διαφορά μεταξύ των δύο τύπων ήταν ότι το Πιελέγκο είχε ένα υπερυψωμένο κατάστρωμα στην πρύμνη. Χρησιμοποιείτο για εμπορικές και άλλες μεταφορές αν και έχει αναφερθεί σε στρατιωτικές και πειρατικές επιχειρήσεις. Ναυπηγείτο στα κυριότερα ναυπηγικά κέντρα της Αδριατικής.  

Μπομπάρδα: Κοινός τύπος μεσογειακού σκάφους κατά τον 18ο και 19ο αιώνα. Αρχικά κατά τον 17ο αιώνα ήταν σκάφος εξοπλισμένο για πολεμικές επιχειρήσεις, ενώ από τα τέλη του 18ου και κατά τον 19ο αιώνα συναντάται ως μικρό εμπορικό. Το όνομά της οφείλεται στην αρχική της χρήση ως πολεμικό κατά την οποία έφερε βαριά κανόνια στην πλώρη. Ως εμπορικό ήταν αρκετά διαδεδομένος τύπος μεσαίας μεταφορικής ικανότητας. Στην πρύμνη είχε συνήθως τάκο ή άβακα. Έφερε συνήθως ιστιοφορία Πολάκας.

Μπριγκαντίνι ή μπριγαντίνι προέρχεται από την Ιταλική λέξη brigantino, λεγόταν δε και βεργαντίνο, βεργάντι και περγάδι. Ξεκίνησε από τον 17ο αι κατ, άλλους από τον 14ο αι κωπήλατο, με βοηθητική ιστιοφορία, πανιά λατίνια πάνω σε δύο κατάρτια, από τα οποία το ένα κατάπρωρα και το άλλο στη μέση. Κάποτε, αντί γιά τριγωνικά είχε τετράγωνα ιστία. Το μήκος του δεν ξεπερνούσε τα 15 μέτρα και το πλήρωμα τους 50 άνδρες ,από τους οποίους οι μισοί κωπηλάτες μοιρασμένοι στα δύο πλευρά. Ηταν ένα ελαφρύ μπρίκι.

Παρουσιάζω εδώ τις κοινήσεις των Πλοίων από Τεργέστη προς Πρέβεζα και Σαλαώρα. Ενδεικτικά θα παρουσιάζω για κάθε χρονιά και ενα φορτίο . 

1832



Το μοναδικό αναφερόμενο φορτίο στα 1832

1840

Ένα από τα 7 φορτία του 1840

1845


Ένα απο τα 13 φορτώματα του 1845

1847


Ένα απο τα 15 φορτώματα του 1847








Πέμπτη 5 Ιουνίου 2025

 

ΟΙ ΚΑΠΟΤΑΔΕΣ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ


Από τον 16ο και τον 17ο αιώνα φαίνεται ότι στην Άρτα υπάρχουν βιοτεχνείες που κατασκευάζουν πανωφόρια για την προστασία από το κρύο και τη βροχή, τις λεγόμενες κάπες ή καπότα...

Οι καποτάδες της Άρτας έχουν ιδιαίτερη φήμη. Ήταν τεχνίτες και ράφτες παράλληλα, γι' αυτό, όποιος θέλει να μάθει την τέχνη της κάπας/καπότου πρέπει να περάσει από την Άρτα. Τα πανωφόρια αυτά προορίζονταν τόσο για το τοπικό εμπόριο όσο και για τις εξαγωγές. Ιδιαίτερα τον 18ο και 19ο αιώνα η κάπα θα είναι περιζήτητη. Ας δούμε όμως πρώτα τι ήταν η κάπα και πως κατασκευάζονταν:

Η κάπα ήταν χοντρή και από τραγίσιο μαλλί και γύρω στους δύο πόντους παχύ. Η κάπα υφαίνονταν στον αργαλείο και μετά αυτό το πυκνό υφαντό το περνούσαν από τη νεροτροβιά (νεροτριβή). Μετά βάζανε τρεις τάβλες στο χαντάκι και δύο άντρες καθισμένοι αντικριστά κυλούσαν το χοντρό αυτό υφαντό στο νερό και από τις δυο πλευρές ενώ ταυτόχρονα οι γυναίκες ρίχνανε σιγά-σιγά χλιαρό νερό για να τριφτεί.Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να κλείνουν οι πόροι και το υφαντό να γίνεται αδιάβροχο. Η κάπα ήταν μονοκόμματη σε σχήμα τσουβαλιού θα λέγαμε, μπροστά ήταν ανοιχτή και ήταν ραμμένη στους ώμους ενώ είχε πάντα κουκούλα. Ζέσταινε πάντα τον κάτοχο και τον προφύλαγε από τη βροχή και το χιόνι. Οι ναύτες, βοσκοί, αγρότες κοιμόταν πάνω σε αυτές. Τα βασικά υλικά που χρειάζονταν η κάπα (μαλλί και νερό), υπήρχαν σε αφθονία στην Άρτα.

Φαίνεται όμως, οτι οι τεχνίτεςκαποτάδες της Άρτας κάποια στιγμή τον 17ο αιώνα βρέθηκαν να έχουν έλλειψη εργατικού δυναμικού και άρχισαν να προσελκύουν βοηθούς από τα βλαχοχώρια της Πίνδου. Με το χρόνο αυτό θα αποδειχθεί μοιραίο για το εμπόριο της αρτινής κάπας. Στα βλαχοχώρια της Πίνδου, περιοχής Μαλακάσας συμβαίνει αυτή την εποχή το εξής: Οι οικογένειες διασπάστηκαν και χωρίστηκαν σε τεχνίτες, γεωργούς, κτηνοτρόφους και εμπόρους. Ένα μέρος από αυτούς όπως προανέφερα, κατέβηκε στην Άρτα και έμαθε τη τέχνη της κάπας τόσο της επεξεργασίας του υφάσματος όσο και της ραπτικής. Γυρίζοντας στα χωριά τους, βλέποντας τη ζήτηση που είχε η κάπα επιδίδονται όλοι με ζήλο σε αυτό το επάγγελμα και σε λίγο καιρό θα είναι οι κυρίαρχοι αυτού του εμπορίου. Οι γιαννιώτικες συντεχνίες των καποτάδων θα κινήσουν και το ενδιαφέρον των περιηγητών του 19ου αιώνα.

Από τους βλάχους της Πίνδου πήραν τώρα και την τέχνη τα Τζουμερκοχώρια. Τζουμερκιώτες ράφτες σε ομάδες 6-8 ατόμων θα γυρίζουν την οθωμανική αυτοκρατορία και θα ράβουν επιτόπου. Μάλιστα με το χρόνο θα αναπτύξουν και δική τους συνθηματική γλώσσα τα λεγόμενα "Μπουκουραϊικα"!

Μπορεί όλο αυτό το σκηνικό να χτύπησε την αρτινή συντεχνία της κάπας, δεν χτύπησε όμως το εμπόριο της. Η Άρτα με τις σκάλες της θα είναι ο ενδιάμεσος σταθμός απ'όπου η ηπειρωτική κάπα θα κατακτήσει την Ευρώπη.

Τρίτη 13 Μαΐου 2025

 ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ - Η ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΗΠΕΙΡΟΣ (EPIRUS) ΤΗΣ ΔΡΕΣΔΗΣ




Για τον καπνό της Άρτας της περιοχής αλλά και της Ηπείρου και την ποιότητα του έχουν γράψει σχεδόν όλοι οι περιηγητές που πέρασαν από δω. Πρώτη αναφορά την κάνει ο Xavier Scorfani τον 17οι αιώνα. Χρυσαφή στο χρώμα και ωραίο άρωμα. Εκει συγκλίνουν όλοι. Από τα μισά και μετά του 19ου αιώνα στην πόλη Δρέσδη της Σαξωνίας υπάρχει ένα μπούμ στην καπνοβιομηχανία. Η ένωση της Γερμανίας και το δεύτερο ράϊχ πλησιάζουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Ηπειρος, η Θεσσαλία η Μακεδονία και η Θράκη θα εφοδιάζουν την Γερμανία με καπνό. Η προσχώρηση της Θεσσαλίας και Άρτας στο Ελληνικό Βασίλειο θα αλλάξει για λίγο τα δεδομένα. Η μεταφορά του καπνού θα γίνεται με σιδηρόδρομο. Στην πόλη Δρέσδη θα ανοίξουν δύο καπνοβιομηχανίες η Γενισέα (Yenidze=Ξάνθη) και το εργοστάσιο Ηπειρος (Epirus), το οποίο προμηθεύεται τον καπνό του από την Ήπειρο σε αντίθεση με το Yenidze που προμηθεύεται απ΄την Δράμα, Ξάνθη και Δεδέ Αγάτς (Αλεξανδρούπολη) ! Το Yenidze μάλιστα θα φτιάξει το κτήριο σαν ισλαμικό Τέμενος (Τζαμί). Υπάρχει ακόμη σήμερα. Την ποιότητα όμως θα την έχει το Epirus το οποίο θα παράγει και πιο λίγο. Ουσιαστικά από το 1890 και μετά ο ταμπάκος της τουρκοκρατούμενης Ηπείρου πήγαινε εκεί. Η απελευθέρωση της Ηπείρου και ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος θα στερήσουν το καλό Ηπειρωτικό χαρμάνι από την εταιρεία. Τα τελευταία αποθέματα καλού Ηπειρωτικού χαρμάνι τα είχε παραγγείλει ο εθνικός πατριωτικός σύλλογος Deutscher Aar ο οποίος εφοδίασε ανώτερους και ανώτατους Γερμανούς αξιωματικούς σε δύο διαφορετικές κασετίνες. Η πίεση των αξιωματικών για καλό ταμπάκο ανάγκασαν το υπουργείο στρατιωτικών να παραγγείλει στο Epirus τσιγάρα. Όπως και έγινε. Αλλά η ποιότητα δεν ήταν πλέον η ίδια γιατί τώρα ο ταμπάκος έρχονταν από τις απο Yenidze ικίες. Ετσι το 1916 ο στρατός δεν πλήρωσε τα ωφελούμενα. Με την πτώση του Ράϊχ και την κρίση μετά τον πόλεμο η Εταιρία Epirus εξαφανίστηκε. Για τους ιδιοκτήτες Mehner & Peters μπόρεσα να βρω μόνο στα βαυαρικό κρατικό αρχείο την απαίτηση προς το υπουργείο στρατιωτικών.

 

Δευτέρα 12 Μαΐου 2025

 Η Ελληνική παροικία της Τεργέστης και οι Αρτινοί της Διασποράς τον 18ο και 19ο αιώνα

Η Ελληνική εκκλησία της Τεργέστης ο Αγιος Νικόλαος σε λιθογραφία του 19ου αιώνα

Οι συνθήκες του Κάρλοβιτς (Karlowitz) το 1699 και η συνθήκη του Πασάροβιτς ( Passarowitz) στα 1718 είναι ορόσημες για την σταθεροποίηση των συνόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Ευρώπη , για την αρχή της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και φυσικά το άνοιγμα της Αυστρίας στο εμπόριο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Τεργέστη μια πόλη με λιμάνι κοντά στις Γερμανικές χώρες είναι λογικό να ελκύσει και τους Έλληνες εμπόρους. Μεταξύ αυτών και Ηπειρώτες. Με το χρόνο η παροικία ανήγειρε δική της εκκλησία, δικό της νεκροταφείο, Σχολείο και Νοσοκομείο. Ένα από τα λιμάνια που θα φτάνουν εδώ προϊόντα θα είναι και η Άρτα. Από την Άρτα εννοούνται πάντα οι σκάλες Σαλαώρας πρωτίστως και η Κόπραινα. Τα πρϊόντα που φτάνουν εδώ είναι βαμβάκι, καλαμπόκι, βρώμη και καπνός. Ο αρτινός καπνός θα παίρνει από δω τον δρόμο της ξηράς και θα φτάνει στις Γερμανικές χώρες. Στα αρχεία της πόλης ξεχωρίζουν τρεις  Αρτινοί.

  • Ο Παναγιώτης Σεκληστιανός. Το όνομα του μας αφήνει να καταλάβουμε πως είχε καταγωγή από τη Σεκλίστα δηλαδή την Σημερινή Ελάτη Άρτας στο Ραδοβίζι. Ο Παναγιώτης Σεκληστιανός φαίνεται ήδη το 1751 να έχει εργαστήριο που παρασκευάζει το ποτό Ροζόλι. Το ροζόλι ή Ροζόλιο στον πληθυντικό, ήταν ένα λικέρ που προέρχονταν με την έγχυση λουλουδιών πορτοκαλιάς και μπαχαρικών σε αλκοόλ. Φαίνεται να ήταν πολύ διμοφιλές. Στο κοντινό Graz της Αυστρίας στην εμποροπανήγυρη γίνονταν ανάρπαστο. 21 εργαστήρια παρασκευής ριζόλι υπήρχαν στην Τεργέστη ως τα 1784. Εννιά απ αυτά τα είχαν Έλληνες και φαίνεται να συμβάλουν εκτός από τον Σεκληστιανό και ο Παπαδάτος (παλιά αρτινή οικογένεια) όπως και ο έμπορος Νικόλαος Αναστασίου από την Άρτα.
  • Ο Απόστολος Αναστασίου, δηλώνει κάτοικος Άρτας στο δεύτερο Μισό του 18ου αιώνα και ασχολείται στην Τεργέστη με το εμπόριο Βαμβακιού, βρώμης νημάτων και δερμάτων. Και φυσικά και η Ελληνική παροικία ακολουθεί τον κανονισμό των τάξεων και ο Απόστολος Αναστασίου στους καταλόγους καταγράφεται στην Α Τάξη των Ελλήνων στα 1802
  • Νικόλαος Αναστασίου. Για τον Νικόλαο Αναστασίου οι πληροφορίες είναι πενιχρές. Πέρα από έμπορο ο κατάλογος των τάξεων του 1802 τον κατατάσσει στην Γ Τάξη. Σε αρχείο της 7ης Φεβρουαρίου του 1802 τον βρίσκουμε "Inspettore per l'assistenza degl'ammalati poveri” δηλ επιθεωρητή βοήθειας σε ασθενείς και φτωχούς. Στα 1818 τον βρίσκουμε και δεύτερο ψάλτη βοηθό του γέροντα Βουτηρά. Στα 1822 πρέπει να είχε έρθει στα όρια της Φτώχειας. Για να μεταβεί στην Ελλάδα με την οικογένεια του η επιτροπή για τους φτωχούς έκανε έρανο. Στα 1823 πρέπει να επέστρεψε και πάλι στην Τεργέστη και ζήτηση από τις αρχές πιστοποιητικό καλής διαγωγής προκειμένου να ανοίξει εργαστήριο οινοποιίας για Ριζόλι. Η επιστροφή του ίσως να συνδυάζεται με τις 13 οικογένειες προσφύγων που έφυγαν από την Άρτα.
  • Βιβλία για την Ήπειρο. Κάποιος από τους περιηγητές,αρχές του 19ου αιώνα, όταν σταμάτησε στη Σαλαώρα του κίνησε την προσοχή κάτι δέματα που ήταν εκεί. Παρατηρώντας καλά είδε πως ήταν όλα βιβλία είχαν προορισμό τα Ιωάννινα ενώ ένα μικρό δέμα είχε και την Άρτα. Επίσης απο δω θα εφοδίαζε ο Ρήγας με τα βιβλία του την Πρέβεζα με σκοπόν να μεταδοθούν σε όλη την Ήπειρο.
  • Οι Αρτινοί πρόσφυγες το 1823. Το 1823 δεκατρείς οικογένειες το σύνολο 42 άτομα από την Άρτα εξ αιτίας προφανώς της κατάστασης που επικρατούσε έφυγαν προς τη Ανκώνα, την Βενετία και την Τεργέστη. Είδαμε παραπάνω την περίπτωση του Νικόλαου Αναστασίου. Για αυτούς η ‘Εταιρεία των φίλων” του Λονδίνου σύλλεξε βοήθεια 577 φιορίνια. Τα ποσά του δεύτερου εράνου διατέθηκαν για πρόσφυγες από την μαρτυρική Χίο.

Γενικά βλέπουμε πως στην παροικία της Τεργέστης υπήρχε ένα ρεύμα αλληλεγγύης . Το εμπόριο από την Άρτα με την Τεργέστη συνεχίστηκε στο χρόνο. Όχι όπως τον 18ο αιώνα αλλά και τυροκόμοι από την περιοχή έφταναν εκεί. Τέλος του 19ου αιώνα αρχές 20ου αιώνα στην Σαλαώρα προσάραζε το Αυστριακό πλοίο Lloyd που εκτελούσε την γραμμή Τεργέστη – Σαλαώρα . Το Lloyd δεν ήταν μόνο επιβατικό αλλά και εμπορικό, όπως και το ταχυδρομείο για την Ευρώπη.

Σχέδιο της πόλης της Τεργέστης στα 1750

Πηγή κειμένου: Φώτης Βράκας:  Περίπατος στην Αρτα - Γνωστά και άγνωστα γεγονότα απο την Άρτα και την περιοχή της από την Οθωμανική περίοδο 1449-1881 ως τον πόλεμο του 1897 *το βιβλίο βρίσκεται υπο έκδοση




 

Τετάρτη 7 Μαΐου 2025

 Το Εμπόριο της Ξυλείας στις περιοχές του Βόρειου Αμβρακικού κόλπου τον 18ο Αιώνα. Ανταγωνισμοί - Δολοπλοκίες και Δολοφονίες

Οι Γάλλοι και οι Βενετοί στην περιοχή της Άρτας και του Αμβρακικού έρχονταν τακτικά  σε εμποροοικονομικές συγκρούσεις. Πότε για τον καπνό, πότε για το λάδι, τα ιχθυοτροφεία κτλ. Πάντα κάτι είχαν.  Και οι δύο προσπαθούσαν να προσελκύσουν με το μέρος τους του Τούρκους  αλλά και τους Έλληνες. Κερδισμένοι σε αυτό έβγαιναν οι Γάλλοι, που οι Τούρκοι τους συμπαθούσαν περισσότερο από τους Βενετούς, με τους οποίους είχαν συνεχώς πολέμους. Οι Βενετοί βέβαια όταν έβλεπαν τα σκούρα αποτριβόντουσαν αλλά άφηναν στον κόλπο να περάσουν και πειρατές που τα κάνανε όλα γης Μαδιάμ.  Επίσης οι Έλληνες δεν τους έβλεπαν και αυτούς με κακό μάτι, παρότι που γνώριζαν τι κουμάσια είναι. Μόνο και μόνο , ότι οι Βενετικές κτήσεις ήταν κοντά σε πολλά χωριά γύρω από τον Αμβρακικό, έδινε στους ντόπιους αλλά και στους αρματολούς και κλέφτες μια ασφάλεια, σε περίπτωση που τους κυνηγήσει ο Τούρκος , θα μπορούσαν να καταφύγουν στις Βενετικες κτήσεις, αν και οι Βενετοί κάποιες φορές για να μην χαλάνε τα χατήρια των Τούρκων, τους παρέδιναν. Ένας άλλος εμπορο-οικονομικός πόλεμος που ξέσπασε τον 18ο αιώνα ήταν η υλοτομία για τα δάση του Μακρυνόρους, του Λούρου και των Ρωγών. Μάλιστα οι Βενετοί προσφέρθηκαν να δώσουν τα Κύθηρα/Αντικύθηρα με αντάλλαγμα την περιοχή των Ρωγών.  . Η πρόταση όμως απορρίφθηκε από το Δοβλέτι.

Την εποχή που αρχίζει να γίνεται κυρίαρχος στην Ήπειρο ο Αλή πασάς γενικά τα αρματολίκια δηλ τα τζάκια των αρματολών βρίσκονται σε εσωτερικές διαμάχες και ο ένας βγάζει το μάτι του άλλου.

Τότε εμφανίζεται και ο Γάλλος Jean Baptiste Lasalle. Μεγάλος ξυλέμπορος και όπως  λεει η λαϊκή γλώσσα, όταν κυλάει ο τέντζερης βρίσκει το καπάκι, έτσι και αυτός τα βρήκε με τον Αλή πασά. Ο Αλής είχε καταφέρει δηλαδή κλέψει και από μπέηδες και από χωριά και από το κράτος όλα τα δάση και τα έκανε δικά του. Ετσι λοιπόν με κάθε πουγγί που ακομπούσε ο Λασάλ τόσο περισσότερη ξυλεία έπαιρνε. Φυσικά δεν μπορούσε να μην μπει στο μάτι των Βενετών. Βέβαια η επιχείρηση του Λασάλ κινδύνευε πάντα από τους κλέφτες. Ο Λασάλ κατάφερε να πάρει με το μέρος του τους αρματωλούς, προκειμένου να διασφαλίσει την επιχείρηση του. Αυτό ήταν ενα προνόμιο που είχαν ως τότε οι Βενετοί. Ένας από τους πιο γνωστούς στην περιοχή μεταξύ Λούρου  /Ρωγών και Μακρυνόρος ήταν ο αρματολός Τρομπούκης, που έγινε πιστό όργανο των Γάλλων.  Μέσα σε δεκατρία χρόνια ο Λασάλ κατάφεε με την βοήθεια του Αλή πασά Τεπελενλή να διορίζει Αρματολούς της αρεσκείας τους. Τα παλιά τζάκια άρχισαν να συνομωτούν αφού έβλεπαν πως κινδυνεύουν να χάσουν τα αρματολίκια τους.  Ειδικά οι Ξηρομερίτες και οι Βαλτινοί.  Τα πράγματα για τον Λασάλ πήγαιναν καλά. Απασχολούσε πολλούς Έλληνες υλοτόμους και τα ναυπηγία της Τουλών εφοδιάζονταν με βελανιδιές και φτελιάδες από την Ήπειρο. Οι Βενετοί δεν είχαν ξεγράψει την περιοχή. Φρόντισαν να δολοφονήσουν τον αρχιαρματολό του Λασάλ τον Τρομπούκη.  Οι αρματολοί φωναχτά ή κρυφά ενώ φαίνεται να γνώριζαν ποιος κρύβονταν πίσω από το έγκλημα την ευθυνη την έριξαν στον Λασάλ που ανακατεύτηκε στα αρματολίκια. Έτσι λοιπόν στα 1792 οι Αρματολοί αποφάσισαν την δολοφονία του Λασάλ. Από τις ανακρίσεις που εγιναν με ενέργειες των Γάλλων φαίνεται την αποστολή να την εκτέλεσε ο Ανδρίτσος (Ανδρούτσος), πατέρας του Οδυσσέα.  Να πούμε πως και αρκετοί ξυλεμποροι είχαν συμφέρον να τον παραμερίσουν καθότι ο Λασάλ είχε μονοπωλήσει το  εμπόριο του Κόλπου στην υλοτομία.

Εικόνα: Αριστερά:Αρματολός, κέντρο: Εμπόριο ξυλείας απο γαλλικό χαρακτικό, δεξιά: Ο Ανδρέας Βερούσης ή Ανδρίτσος ή Ανδρούτσος, πατέρας του ήρωα Οδυσσέα

Παρασκευή 25 Απριλίου 2025

 1770 - ΟΚΤΩ ΑΡΤΙΝΟΙ ΕΜΠΟΡΟΙ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΗ ΡΑΓΟΥΖΑ

Στα αρχεία της Ραγούζας (Dubrovnik) υπάρχουν πολλά έγγραφα που σχετίζονται με την Άρτα.  Ενα απο αυτά που μελέτησε ο Στεφανος Παπαδόπουλος έχει να κάνει με 8 Αρτινούς εμπόρους που βρεθηκαν φυλακισμένοι εκει και κάνουν έκκληση στον διοικητή της πόλης να τους αφήσει ελεύθερους.

Υψηλότατε και Εκλαμπρότατε Κύριε Κυρ Πρίγκιπε τον Άραονζίου, Σε προσκυνοϋμεν εμείς οί δούλοι Σου, οί πραγματευτάδες Ρωμαίοι, όπου εύρισκόμεστε 8 όνομάτοι  φυλακωμένοι καί στενοχωρημένοι άπό τη ζέστα καί βρώμα, καί κινδυνεύουμε νά άπεθάνωμε, νά χάσωμε τήν ζωήν μας δίχως νά έχωμε φθαίσιμο όλότελα, ώς καθώς το μαρτυράει ό καπετάν ’Αντώνιος Κοτζέλι, Άραονζαίος, όπου μάς ήφερε άπό τήν ’Άρτα, πώς εϊμεστε πραγματευτάδες καί ώς καθώς φανερώνει ή πόλιτζα ντε κάρικον καί ώς καθώς φανερώνει ό μανιφέστο, όπου ήφέραμε άπό τήν ’Άρτα, καί μέσα εις τό μανιφέστο είναι καί πέντε μάρτυρες, λέγω  πώς τό πράγμα αυτό είναι μερικό δικό μας καί μερικό άλλοννών πραγματευτάδων άπό τά Γιάννενα καί άπό τήν ’Άρτα. "Οπου καί αν μας εξέταζες, μας ηϋρηκες άληθινούς διά καλούς ανθρώπους καί εϊμεστε ραγιάδες τον Βασιλέως μας / Πολνχρονημένου τής Πόρτας Όττομάνα. Τώρα λοιπόν οπού εβεβαιώθηκες άπό τον καπετάνιον καί άπό την πόλιτζα ντε κάρικου και άπό το μανιφέστο και άπό το νολίτζιο, όπου το έχει κάμει ο κόνσον[λος] /τής Ύψηλότη Σου καί, το περισσότερον, όπου εστείλαμε εχθές τον σύντροφόν μας εις τον πασιά, διά να Ιδη πώς εϊμεστε ραγιάδες τον Πολυχρονεμένου Βασιλέως τής Πόρτας Όττομάνας και άπό τον πασιά, ήγουν άπό το Σκουτάρι, έχει νά πάγη ο άνθρωπος, ο σύντροφός μας, είς τα ’ Ιωάννενα νά μάς φέρη και άλλες άπόδειξες, ήγονν άπό τον καττή καί άπό τον μουσελίμη, πώς εϊμεστε καλοί άνθρωποι. "Ωστε ή Ύψηλότη Σου γνωρίζεις πώς εϊμεστε καλοί άνθρωποι, διατ'ι νά εϊμεστε φυλακωμένοι άδικα; Τώρα παρακαλοϋμεν την Ύψηλότη Σου με όλην την Τζεντελίσσιμα Ρεπούμπλικα νά μάς εβγάλης άπό τη φυλακή, νά μάς βάλης εις άλλον τόπον, όπου νά έχωμε άέρα, νά ίδουμε τον ουρανόν, και βάλε μας εις τον τόπον, όπου ήμεσταν, μόνον άπό τή φυλακή νά μάς εβγάλης διά τούς οικτιρμούς τοϋ Θεού, οπού έχομε και δύο παιδιά άρρωστα—ο ένας είναι τοϋ θανάτου—καί άπό ολίγο ολίγο χανόμεστε όλοι.

Ταϋτα καί οί χρόνοι Της ειησαν πολλοί καί ευτυχείς.

Είς 1770, 21 ’Ιουλίου, φυλακή

δούλος τής Ύψηλότη Σου Νικολάς Κώστας Τριανταφύλλης

δούλος την Ύψηλότη Σου Κώστας Γιώργη Γάτζιος προσκυνώ

δοϋλος την Ύψηλότη Σου Κώστας Γιάννης Πρακατζής προσκυνώ

δούλος την Ύψηλότη Σου Χριστόδουλος Νϊκος Παπαγιώργη προσκυνώ

δούλος τής Ύψηλότης Σου Ρίζο Δημήτρη Καραγιάννη προσκυνώ

δοϋλος τής Ύψηλότη Σου Χριστόδουλο Κώστα Μάργαρη μην ήξεύροντας νά γράψη έγραψα εγώ o Νικολάς Κώστας Τριανταφύλλ.ης

δοϋλος τής Ύψηλότη Σου Κώστας Χρήστου προσκυνώ

δουλος τής Ύψηλότη Σου Γιώργη Δημοπαράνηs καί έγραψα εγώ ο Χριστόδουλος Νϊκος Παπαγιώργης επειδή καί ο άνωθεν είναι σε κίντυνον θανάτου.

Εικόνα: Πολίτης οδηγείται στη φυλακή και το κάτω μέρος της επιστολής των φυλακισμένων Αρτινών

Δευτέρα 21 Απριλίου 2025

 Το Εμπόριο της Άρτας με την Ρωσία τον 18ο αιώνα και το Ρωσικό προξενείο



Ενώ έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στο αρτινό εμπόριο με τις δυτικές χώρες λιγότερο γνωστό μας είναι το εμπόριο της Αρτας με την μακρινή Ρωσία. Το εμπόριο αυτό ήταν καθαρά σε χέρια Ελλήνων, καθότι οι Ρώσοι δεν είχαν μπει ακόμη οι ίδιοι στις αγορές. Έτσι από τον 18ο αιώνα στην Άρτα υπήρχε Ρωσικό προξενείο. Πότε ακριβώς άνοιξε δεν μας είναι γνωστό. Όμως στα 1785 υπάρχει μαρτυρία στα Βενετικά και Γαλλικά αρχεία. Μάλιστα η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, όπου η Ρωσία φαίνεται σαν προστάτιδα των Χριστιανών του δίνει και κάποια αίγλη. Τι θα μπορούσαμε να παίρνουμε και να στέλνουμε στη Ρωσία. Από την Ρωσία έρχονταν γούνες και βελούδα. Ειδικά οι γούνες ήταν αγαπητές στους Οθωμανούς αξιωματούχους και τσιφλικάδες όπως και στους Έλληνες Έμπορους και προύχοντες. Το βλέπουμε άλλωστε και σε πολλά χαρακτικά ξένων πως απεικονίζουν Έλληνες εύπορους και προύχοντες όπως και Μουσουλμάνους εύπορους να έχουν όλοι γούνα φορεμένη. Το κακό με την Ρωσία ήταν πως κάθε φορά που βρίσκονταν σε πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία , οι Τούρκοι διέκοπταν το εμπόριο. Στα 1786 φαίνεται πρόξενος της Άρτας ο Χειμαριώτης Πάνος Μπετσίλης ή Μπεκίλης, πρλωην ταγματάρχης του Ρωσικού στρατού. Με την έναρξη των λεγόμενων Ορλοφικών ο Μπεκίλης πρόλαβε και την κοπάνησε με το επιτελείο του στη Πρέβεζα. Μάλιστα είχαν φροντίσει να εξοπλίσουν τους χωρικούς αλλά το σχέδιο τους έγινε γνωστό στους Οθωμανούς από τον Γάλλο πρόξενο, ο οποίος συνέστισε στον βοεβόδα της Άρτας να φοπλίσει τους χωρικούς χωρίς παραπέρα επιπτώσεις. Το Γαλλο τον ένοιαζε να μην χαλάσει το εμπόριο. Έτσι και έγινε. Ίσως και καλύτερα γιατί είδαμε τι έγινε στην Πελοπόννησο με τα Ορλοφικά. Μετά τα Ορλοφικά το προξενείο επανήλθε και πάλι. Από την Άρτα για την Ρωσία πάλι έφευγε Μετάξι, που τόσο αγαπούσαν οι Ρώσοι. Παραπέρα δε μπορούσαν να δραστηροποιηθούν Χριστιανοί Έλληνες με πασαπόρτο στη Ρωσία. Πέρα από τον Νικόλαο Σκουφά, στο χαβιάρι στη Κασπία θα βρούμε στα ρωσικά αρχεία τους αδερφούς Νίκο και Πέτρο από το Σαλιγκόρ της Νάρτας δηλαδή απο την Σαλαώρα Άρτας. Μετα το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα το ρωσικό Υποπροξενείο της Άρτας θα έχει καθαρά κατασκοπευτικό ρόλο , πάντα με Έλληνα υποπρόξενο και μας άφησε πολλές πληροφορίες για την περιοχή.



Εικόνες:

Ρωσική διπλωματική αντιπροσωπεία μεταφέρει γούνες στον Γερμανό Αυτοκράτορα τον 16ο αιώνα

Χάρτης Ρωσίας στα 1720


Σάββατο 19 Απριλίου 2025

 

ΤΟ ΑΡΤΙΝΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΤΗΣ ΓΛΥΚΟΡΙΖΑΣ ΤΟΝ 18ο ΑΙΩΝΑ



Από τις αγροτικές εκτάσεις της πεδιάδας της Άρτας οι Βενετοί εξήγαν σημαντικές ποσότητες γλυκύρριζων (γλυκόρριζων).  Στα 1760 αναφέρεται ότι ένας Γάλλος έμπορος , που ήρθε από το Taranto , κατασκεύασε στη Βόνιτσα ένα εργοστάσιο παραγωγής χυμού γλυκύρριζας. Ο έμπορος αυτός προμηθευόταν τη γλυκύρριζα σε χαμηλή τιμή από αγρότες που την καλλιεργούσαν άφθονα στην τουρκοκρατούμενη πεδιάδα της Άρτας. Επειδή μάλιστα το χώμα της περιοχής ήταν ανάμεικτο με άμμο και γι’ αυτό λιγότερο εύφορο , η γλυκύρριζα που καλλιεργούνταν στα εδάφη αυτά ήταν πολύ καλής ποιότητας. Η γλυκύρριζα μεταφερόταν με καραβάνια όνων και μουλαριών ως την Σαλαώρα και από κει με πλοία περνούσε το φορτίο στην Βόνιτσα. Εκει  στο εργοστάσιο  αφού περνούσε από ειδική επεξεργασία , στο τέλος παραγόταν ένας συμπυκνωμένος χυμός , τον οποίο διοχέτευαν για πώληση στο εμπόριο Γερμανία και τη Ρωσία. Στα κράτη αυτά , εκτός από γλυκαντικό , χρησιμοποιόταν για την παραγωγή μπίρας για το στρατό και ενός ποτού πιο δυνατού από το ρακί. Στη Ρωσία το έδιναν κατά τη διάρκεια του χειμώνα στα παιδιά , που , καθώς ήταν γλυκό , τους άρεσε για να προστατευθούν από την πνευμονία , που θα μπορούσε να τα προσβάλλει εξαιτίας του ψυχρού κλίματος. Στο εργοστάσιο παραγωγής του χυμού γλυκύρριζας απασχολούνταν εβδομήντα εργάτες. Από αυτούς οι σαράντα χρησιμοποιούνταν στη συγκέντρωση των γλυκυρρίζων από τις αγροτικές περιοχές της Άρτας και στη μεταφορά των ριζών από την ύπαιθρο της Άρτας  ως την Σαλαώρα και από εκεί στη Βόνιτσα με ένα μικρό πλοίο χωρητικότητας 40 περίπου μοδίων. Ένα μέρος από τους υπόλοιπους εργάτες απασχολούνταν με την κοπή , από τα κοντινά οθωμανικά κτήματα , ξύλων , που χρησιμοποιούνταν για τη θέρμανση του λέβητα του εργοστασίου , ενώ οι υπόλοιποι απασχολούνταν στην παραγωγή του συμπυκνωμένου χυμού και στην κατασκευή των κιβωτίων, στα οποία συσκευαζόταν το παραγόμενο προϊόν. Οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση αμείβονταν με μισθό και τους παρεχόταν και η καθημερινή τροφή. Για να εξασφαλιστεί η άδεια προμήθειας της γλυκύρριζας από τις αγροτικές περιοχές της Άρτας , καταβάλλονταν εκατό τσεκίνια ανά εξάμηνο στον βοεβόδα της Άρτας και εικοσιτέσσερα τσεκίνια στο δημόσιο τελωνείο. Επίσης ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου πλήρωνε εικοσιτέσσερα τσεκίνια για ενοικίαση του νερόμυλου , στον οποίο γινόταν το άλεσμα των ριζών , και εικοσιτέσσερα δουκάτα για ενοικίαση των οικημάτων όπου είχαν εγκατασταθεί τα μηχανήματα του εργοστασίου. Όσον αφορά τέλος την παραγωγή , αναφέρεται ότι από την επεξεργασία εκατό ριζών γλυκύρριζας παράγονταν περίπου 20 λίβρες χυμού , ενώ η εξαμηνιαία παραγωγή έφτανε στα διακόσια πενήντα περίπου κιβώτια , βάρους εκατό bottoli το καθένα.

Πηγές κειμένου:

1.Βέτσιος, Η οικονομική και διπλωματική παρουσία των Βενετών στην Άρτα

2. Σ. Μάξιμος , Η αυγή του ελληνικού καπιταλισμού

3. Για την επεξεργασία της γλυκύρριζας βλ. E. Cicogna , Relazioni storico-politiche

Εικόνες:

Μεταφορά εμπορευμάτων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία

Ποτό γλυκόριζας

Γλυκόριζα

 

 Τα Ηπειρώτικα τυριά εξαγωγής από τον 17ο ως τον 19ο αιώνα


Προσπαθώντας να καθαρίσω τον υπολογιστή βρήκα αρκετές παλιές σημειώσεις σχετικά με τα τυριά, για τα οποία έχω μια αδυναμία. Ειχα διαβάσει πολλές φορές για τυριά που έφευγαν από την Ήπειρο και με ενδιέφερε να δω τι τυριά ήταν αυτά και ποιοι τα εξήγαγαν.

Τουλάχιστον από τον ύστερο μεσαίωνα και μετά γνωρίζουμε, πως μέσα στις διάφορες εξαγωγές που γίνονταν προς τις Ιταλικές και  Γερμανικές χώρες ήταν και το τυρί. Μαστόρια απ όλους τους ποιμένες σε αυτόν τομέα αναδείχθηκαν οι Βλάχοι της Πίνδου και πολύ αργότερα οι Σαρακατσαναίοι, όπου υπό τον όρο Βλαχοπιμένες μπορούμε να συμπεριλάβουμε όλους τους κτηνοτρόφους. Σε πρώιμα Οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα βλέπουμε να πληρώνονται και φόροι είτε σε χρήμα είτε σε είδος και μάλιστα σε βούτηρο ή τυρί. Ποια θα μπορούσαν να είναι αυτά τα τυριά που θα άντεχαν το μακρύ ταξίδι;

Βασικά τυριά που έφευγαν προς τα έξω ήταν:

1. Ο “πρόσφατος” που εξάγονταν  πολύ αλατισμένος και χάνει την άλμη και μαλακώνει μέσα στο γάλα. Αργότερα οι Βενετοί θα το ονομάσουν Fette και θα βγεί το ελληνικό φέτα.

2. Άλλο ένα τυρί ήταν το “ζυμήθρι” που αργότερα σε αντιμετάθεση των «ζ» και «μ» θα γίνει “μυζήθρα” και μάλιστα η σκληρή για να αντέχει. Την προτιμούσαν στις ιταλικές χώρες τριμμένη για τα ζυμαρικά από τον 17ο αιώνα και μετά.

3.   Επίσης άλλο ένα σκληρό τυρί , το οποίο κατά πάσα πιθανότητα έφεραν Λατίνοι αλλά πέρασε γρήγορα  στην τέχνη των Βλάχων της Πίνδου είναι το γκρουγιέρ (gruyère) που σε μας θα γίνει γνωστό σαν γραβιέρα αλλά θα κατακτήσει όλον τον ελλαδικό χώρο.

4.  Ενδέχεται να εξάγονταν και  “μανός” δηλαδλη μανούρι αλλά δεν το εχω βρει.

5.  Ένα όμως τυρί που κατέκτησε την βαλκανική και εξάγονταν παντού ήταν το Κασκαβάλ. Προέλευση του ονόματος κατά πάσα πιθανότητα  από το λατινικό caseus (τυρί) και caballus (άλογο) και κατ επέκτασιν από το βλάχικο caș=τυρί και το καβάλ. Μια από τις θεωρίες είναι, πως το κρεμούσαν σε μπάλες στα άλογα. Το «Κασκαβάλ», που είχε ως αφετηρία την Πίνδο, παρασκευάζεται από πρόβειο και γίδινο γάλα , πράγμα που το ξεχώριζε για την νοστημιά του. Στα 1719 το εμπόριο εξαγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων πέρασε στα χέρια των Γάλλων, οι οποίοι άνοιξαν στο Μέτσοβο εμπορικό πρακτορεία και μάζευαν τα τυριά της περιοχής. Κατά πάσα πιθανότητα τα τυριά έφυγαν από Σαλαώρα ή Σαγιαδα για τα Ευρωπαϊκά λιμάνια.

Εικόνα:

1. Τυροκομείο στην Ελβετία το 1777

2. Χαλκογραφία του Joseph Kurzbeck. Wien. 1774, με τυροκομείο

3. Τυροκομείο στις άλπεις το 1745

4. Τυριά *Γραβιέρα, Μυζήυρα και Κασκαβάλ

Πέμπτη 17 Απριλίου 2025

 Ένας Αρτινός έμπορος στη Ραγούζα (Ντουμπρόβνικ) τον 15ο αιώνα

 


Το εμπόριο δημητριακών στον καιρό των Τόκκων το είχαν στα χέρια τους έμποροι αλλά και υπάλληλοι των Τόκκων.

Η Ραγούζα έπαιζε από καιρό ρόλο στο Αρτινό εμπόριο αλλά στον καιρό των Τόκκων με τις συμφωνίες που έκλεισαν οι Τόκκοι και τα προνόμια που δόθηκαν, η Ραγούζα κατείχε την πρώτη θέση στο Αρτινό εμπόριο. Ραγουζαίοι έμποροι ήταν εγκατεστημένοι στην Άρτα αλλά φαίνεται να υπήρχε και Αρτινή παροικία εμπόρων στη Ραγούζα.

Το Εμπορικό Επιμελητήριο της Ραγούζας φρόντιζε για την προμήθεια των δημητριακών. Δηλαδή είτε φρόντιζε μέσω εμπόρων είτε ναύλωνε το ίδιο το Επιμελητήριο σκάφη για τη μεταφορά είτε φρόντιζε οι έμποροι να έχουν κάποιες διευκολύνσεις.

Στα έγγραφα της Ραγούζα που μελέτησε ο Barisa Krekic και κατ΄ επέκταση ο Robin Alexander Shields, ένας σπουδαίος έμπορος δημητριακών στη Ραγούζα, φαίνεται να είναι ο Αρτινός Δήμος ο Γραικός (Dimos Grecus) ή Δήμος Μιράλης, όπως προκύπτει από έγγραφο της 12ης Ιουλίου του 1436. Δυστυχώς, για την ζωή του Δήμου δεν γνωρίζουμε πολλά αλλά για να εμπορεύεται με πλοίο είτε δικό του είτε ναυλωμένο, συμπεραίνουμε πως είναι ένας από τους εύπορους κατοίκους της πόλης της Άρτας. Μάλιστα απ΄ ότι βλέπουμε και στο Εμπορικό Επιμελητήριο της Ραγούζας πρέπει να είχε καλό όνομα.

Στις 10 Ιουλίου 1436 φαίνεται να έφτασε στη Ραγούζα με 600 καντάρια κεχρί. Το Επιμελητήριο αφού ήλεγξε πρώτα την ποιότητα επέτρεψε στον Δήμο να αποθηκεύσει το κεχρί στις αποθήκες της πόλης. Το Επιμελητήριο του δάνεισε 300 βυζαντινά υπέρπυρα κρατώντας ως εγγύηση το κεχρί του, αλλά και έως το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς να το έχει πουλήσει.

Τον Αύγουστο του ιδίου έτους έφτασε και πάλι στη Ραγούζα με αλεύρι και σιτάρι όπου οι Ραγουζαίοι του έδωσαν 100 υπέρπυρα. Τόσο ο Barisa Krekic όσο και ο Robin Alexander Shields, πιστεύουν πως ο Δήμος ήταν άνθρωπος από το περιβάλλον του Κάρολου Β΄ Τόκκου. Ο Δήμος ο Γραικός επανήλθε ξανά και ξανά στην Ραγούζα.

Τελευταία μνεία του Δήμου στη Ραγούζα γίνεται στις 4 Απριλίου 1437, όπου πεθαίνει και η πόλη βγάζει απόφαση πως η πραμάτεια που έφερε ο Δήμος, όπως και τα χρήματα που είχε μαζί του, θα πρέπει να δοθούν στους ανθρώπους που ήρθαν μαζί του από την Άρτα και είχαν διαπιστευτήρια με την υπογραφή του Δεσπότη Καρόλου Β΄ Τόκκου, με στόχο να επιστραφούν στην Άρτα. Αυτό δείχνει ακόμα ότι ο Δήμος συνδέονταν κατά κάποιον τρόπο με τον οίκο των Δεσποτών Τόκκων.

Πηγές κειμένου: Robin Alexander Shields, Ο κάρολος Β΄ Τόκκος και το Δεσποτάτο. Barisa Krekić, Dubrovnik in the 14th and 15th Centuries. Eλευθέριος Βέτσιος: Το εμπόριο της Άρτας στους υστερομεσαιωνικούς χρόνους.

Τετάρτη 16 Απριλίου 2025

 Οικογένεια Πάνου. Έμποροι και πρόξενοι του Βασιλείου Νεαπόλεως, Ραγούζας και Αγγλίας στην Άρτα του 18ου αιώνα

Στην Άρτα του 18ου αιώνα φαίνεται πως τουλάχιστον τρεις οικογένειες έχουν μεγάλη δύναμη. Βλαχούτση, Πάνου και Καραγιάννη ή Ρίζου-Καραγιάννη. Και οι τρεις οικογένειες αντιπροσωπεύουν ντόπιους εμπορικούς αλλά διπλωματικούς – θα λέγαμε – οίκους, μια και έχουν αναλάβει και προ- ξενεία. Σήμερα θα μας απασχολήσει η οικογένεια Πάνου.

Ποια ήταν η οικογένεια Πάνου

Σύμφωνα με επιστολή που βρίσκεται στα αρχεία της Νάπολης Ιταλίας (ASN, Affari Esteri-2675, φάκελος 35), την οποία έχει στείλει ο Μιχαήλ Πάνου στον Βασιλιά της Νεαπόλεως (Βασίλειο Δυο Σικελιών), η οικογένεια Πάνου κατάγεται από την Παραμυθιά της Άνω Αλβανίας (η Αλβανία ήταν διοικητικό διαμέρισμα και δεν έχει καμία σχέση με την σημερινή Αλβανία) και συμμετείχε στον 7ο Τουρκοβενετικό πόλεμο και έτσι το 1715 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα πάτρια εδάφη της.

Η οικογένεια Πάνου, μια από τις αρχοντικές οικογένειες, ήταν στην περιοχή της Παραμυθιάς. Δεν δέχτηκε τον εξισλαμισμό που ακολούθησαν πολλοί σπαχήδες και έτσι διασκορπίστηκε. Κάποιοι βρήκαν καταφύγιο στου Σούλι, άλλοι πήγαν προς τα Ιωάννινα και ένας κλάδος έφυγε στην Ιταλία, στο Βασίλειο της Νεαπόλεως.

Στη Νάπολη

Οι αγώνες που έδωσε η οικογένεια Πάνου στον 7ο Τουρκοβενετικό πόλεμο αναγνωρίστηκαν από το Βασίλειο της Νεαπόλεως απολαμβάνοντας ιδιαίτερων τιμών τόσο από το ίδιο όσο και από την κοινωνία. Εδώ οι αδελφοί Πάνου παρουσιάζονται με μεγάλη περιουσία. Ο Αναστάσιος και ο Αντώνιος Πάνου εμφανίζονται ως πλούσιοι πλοιοκτήτες και θα συμβάλουν στην ίδρυση του Μακεδονικού Συντάγματος. Το Μακεδονικό Σύνταγμα (Real Reggimento Macedone) ήταν στην ουσία μια ανανέωση του θεσμού των Stradioti. Στο Μακεδονικό Σύνταγμα κατατάχθηκαν πολλοί Έλληνες με αποτέλεσμα να δώσει ιδιαίτερη αίγλη και προνόμια στην Ελληνική κοινότητα. Ο Μιχαήλ ασχολήθηκε με το εμπόριο. Διακινούσε μεταξωτά υφάσματα αλλά έγινε και πλοιοκτήτης. Ο Αντώνιος Πάνου ανέλαβε την χρηματοδότηση ενός τάγματος στο Μακεδονικό Σύνταγμα, του οποίου έγινε καπετάνιος. Ο αδερφός του Μιχαήλ συνέβαλε στο κατασκοπευτικό δίκτυο του Βασιλείου Νεαπόλεως. Αφοσιωμένος στον Βασιλιά της Νεαπόλεως, ο Αντώνιος έπεσε μαχόμενος εναντίον των Αυστριακών. Η θυσία του Αντώνιου ανέβασε ακόμα περισσότερο την οικογένεια στην υπόληψη του Βασιλιά.

Στην Άρτα

Ήδη ο Μιχαήλ είχε φτιάξει ένα καλό δίκτυο κατασκοπίας στην Ήπειρο, του οποίου το κέντρο ήταν το Μπάρι της Ιταλίας. Από κει κινούσαν τα νήματα. Η παρουσία της οικογένειας στην Άρτα θα ενισχύσει το Αρτινό εμπόριο στο Βασίλειο της Νεαπόλεως. Στα 1747 διορίζεται πρόξενος του Βασι- λείου των Δύο Σικελιών στην Άρτα ο Αναστάσιος Πάνου. Ο Αναστάσιος κάλεσε κοντά του και κάποια άλλα μέλη της οικογένειας, όπως τον Θεοδόσιο, που βρίσκονταν στην Ήπειρο. Σε λίγο χρόνο θα καταφέρουν να πάρουν στα χέρια τους και το προξενείο της Ραγούζας (Dubrovnik), όπως και το προξενείο της Αγγλίας.

Η παρουσία της οικογένειας Πάνου στην Άρτα, πέρα απ΄ ότι θα είναι οι κακοί δαίμονες των Γάλλων στο εμπόριο θα βοηθήσει άλλους Αρτινούς εμπόρους να οργανωθούν στην Κάτω Ιταλία, ειδικά στις πόλεις Bari, Barletta και Senigallia, να έχουν μόνιμες αντιπροσωπείες εκεί και να ανθεί το Αρτινό εμπόριο. Σε αυτό βοηθούσε πως η οικογένεια Πάνου κατάφερε να έχει άριστες σχέσεις με τους Οθωμανούς της Άρτας, τους Έλληνες εμπόρους, τα πλοία τους να φεύγουν με λιγότερο τελωνειακό δασμό, αλλά να έχουν και καλές σχέσεις με τους Έλληνες ραγιάδες του κάμπου.

Φυσικά μπήκαν στο στόχαστρο των Γάλλων, οι οποίοι δεν είχαν μόνο απώλειες από τα φορτία αλλά και στα προξενικά τελωνειακά τέλη. Ο Πάνου, όμως, που ήταν και καλός διπλωμάτης αλλά και έμπορος κατάλαβε πως δεν θα ήταν καλό να τα βάζει ούτε με τους Γάλλους της Άρτας, ούτε με τους Βενετούς της Πρέβεζας και έτσι συμφώνησε με τον Γάλλο πρόξενο και τους Βενετούς στην Πρέβεζα να πληρώνει τα μισά τέλη. Κάτι που δέχθηκαν με ανακούφιση και οι έμποροι. Για τις μεταφορές προϊόντων προς το Βασίλειο της Νεαπόλεως, ο Πάνου χρησιμοποίησε και πλοία με σημαία της Ραγούζας.

Τα εμπορεύματα

Εμπορεύματα που προωθήθηκαν αυτό το διάστημα, που η οικογένεια Πάνου είχε δύναμη στην Άρτα, ήταν: 1. Κάπες. Οι Ηπειρωτικές κάπες ήταν περιζήτητες στην Κάτω Ιταλία, Σικελία και Σαρδηνία. Αυτές εξάγονταν ραμμένες ή μόνο σε υφάσματα και ράβονταν στην Νάπολη. 2. Δέρματα. Κατεργασμένα δέρματα αρνιών από τα Βυρσοδεψεία – Ταμπάκικα της Άρτας. 3. Μαλλί. 4. Μάλλινες κουβέρτες. 5. Καπνός, μονοπώλιο καπνού για την Κάτω Ιταλία.

Οι Γιαννιώτες έμποροι

Οι Γιαννιώτες έμποροι χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά των προϊόντων πλοία με Γαλλική σημαία, που σημαίνει πως έπρεπε να πληρώσουν εις ακέραιον το προξενικό τέλος. Αυτό ζημίωνε το εμπόρευμά τους που γίνονταν αυτόματα ακριβότερα. Έτσι, αποφάσισαν να κάνουν μια κίνηση και να ζητήσουν από το Βασίλειο της Νεαπόλεως την ανάκληση του προξένου Πάνου. Φυσικά δεν εισακούστηκαν.

Ο πόλεμος με το λαθρεμπόριο και η κόντρα με τον Καραγιάννη

Η μεταφορά εμπορευμάτων από και προς την Ήπειρο ήταν ένα θέμα που απασχολούσε πά-ντα τα προξενεία και τις εμπορικές αντιπροσωπείες. Πολλοί ήταν οι παράγοντες. Η περιοχή της Ηπείρου ήταν γενικά μια περιοχή που μπορούσε κανείς να αποφύγει προξενικά τέλη και τελωνειακούς δασμούς. Πλοία Ναπολιτάνων, Ραγουζαίων και Γενοβέζων ξεφόρτωναν λαθραία εμπορεύματα στις ακτές όπου τους περίμεναν βάρκες, μετέφεραν αυτά στη στεριά και κατόπιν μεταφέρονταν δια ξηράς στα σημεία που θέλανε. Σε αυτό γνωστός ήταν ο Αρτινός έμπορος Καραγιάννης. Ο Καραγιάννης κατάφερε μάλιστα και είχε πριν τον Πάνου το Αγγλικό προξενείο της Άρτας, που εξασφάλιζε και τη συνεργασία με την Κομπανία Λεβάντε. Κατόπιν εκκλήσεων των Αρτινών εμπόρων της Κάτω Ιταλίας, ο Πάνου έθεσε το θέμα στον Κατή (ιεροδικαστή) της Άρτας, όπως και στον Βοεβόδα ζητώντας να δοθεί τέρμα σ΄ αυτή την υπόθεση. Με τον Πάνου συντάχθηκε και ο Βλαχούτσης. Ο Καραγιάννης, ο οποίος φαίνεται να ήταν μεγάλο μούτρο, αντέδρασε δήθεν πως τον κατηγορούν αδίκως, αλλά συμφώνησε μπροστά στους Οθωμανούς πως το λαθρεμπόριο ζημιώνει τους έντιμους εμπόρους και ο ίδιος θα κάνει τα πάντα να σταματήσει τους λαθρέμπορους. Φυσικά απ’ ότι προκύπτει από μετέπειτα επιστολές εμπόρων, συνέχιζε το βιολί του.

Το τέλος της οικογένειας Πάνου

Και ενώ είδαμε πως οι καταστάσεις έδωσαν δύναμη στην οικογένεια Πάνου, διάφορες συνθήκες έβαλαν τέλος στον ανθηρό αυτό εμπορικό οίκο. Στην Ιταλία είχε απομείνει ακόμα ο Μιχαήλ Πάνου που διαχειρίζονταν τα της οικογένειας. Είχε φύγει από τη Νάπολη και βρίσκονταν στην περιοχή της Απουλίας. Η πανώλη εδώ ανάγκασε αυτόν και την οικογένειά του να φύγουν στη Βενετική Κέρκυρα. Η γυναίκα του και οι υπηρέτες πέθαναν στο μολυσμένο Λαζαρέτο της πόλης, ενώ ο ίδιος επέζησε, αντιμετώπισε όμως τη διάλυση του εμπορικού του οίκου. Κατά την απουσία του από την Ιταλία έγιναν καταχρήσεις στα ταμεία και έχασε το μονοπώλιο του καπνού και της δογάνας (τελωνειακού δασμού). Το όνομα, όμως, της οικογένειας φαίνεται ότι είχε ακόμα ισχύ στην βασιλική αυλή της Νεάπολης. Έτσι, ο Μιχαήλ, αν και κατεστραμμένος από υγεία, ανέλαβε το προξενείο του Βασιλείου των Δυο Σικελιών στο Δυρράχιο και ο Βασιλιάς του παραχώρησε και κάποια σύνταξη – επίδομα για τον αδερφό του Αντώνιο που έπεσε για τον Βασιλιά.

Στην Άρτα η οικογένεια συνέχισε να υπάρχει αλλά έχασε την δύναμή της. Μετά από 20 χρόνια το προξενείο του Βασιλείου των δύο Σικελιών δόθηκε αρχικά στον Θεοδόσιο Πάνου και κατόπιν στον Τζόρζη Δόλτζη. Οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι θα διαλύσουν το Βασίλειο της Νεαπόλεως και έτσι θα παύσει και το προξενείο. Κάποιοι απόγονοι της οικογένειας θα μείνουν στην Άρτα, αλλά δεν θα έχουν πλέον την αίγλη που είχαν.

Ο άλλος κλάδος της οικογένειας που είχε καταφύγει στο Σούλι θα ακολουθήσει τη μοίρα των Σουλιωτών και απόγονοι αυτών βρίσκονται σήμερα στην Ναυπακτία.

 

Βιβλιογραφία – πηγές: Έγγραφα ASN. Όλγα Κατσιαρδή-Hering «Το πανηγύρι στη Senigallia (18ος – αρχές 19ου αιώνα). ASN, Affari Esteri, τόμος 2678, 16 Giugno 1779, Dim. Nidari. Filippo Vassilo e Compagni «Πρακτορείο καπότας που διακινεί ποσότητες και προς τη Νεάπολη». Σ. Βορείου «Το Ελληνικό ναυτικό». Ελένη Γιαννακοπούλου «Ηπειρώτες έμποροι στην Ιταλία». Krekic «Dubrovnik». Έγγραφα από τη Ραγούζα. Σιορόκας «Το Γαλλικό Προξενείο». Evliya Celebi «Οδοιπορικό, Άρτα». Έλ. Γιαννακοπούλου «Όψεις της οικονομικής και κοινωνικής ζωής στην Ήπειρο». Φώτης Βράκας «Το Αρτινό Εμπόριο και το Εμπόριο της κάπας». Angela Falcetta «Storia Conomico». Angela Falcetta «Ortodossi nel Mediterraneo cattolico, Comunità di rito greco nell’Italia del Settecento». Κ. Κωστή «Χρονογραφία της πανώλης στην Ελληνική χερσόνησο». Francesco Sforza Cesarini «La Guerra di Velletri (1744)».

 Οι αλυκές και οι αλυκάριοι της Άρτας

 


Για τις αλυκές της Άρτας καθώς και τους αλυκάριους που εργάζονταν εκεί δεν έχει γίνει έως τώρα ιδιαίτερος λόγος και γνωρίζουμε λίγα.

Για τους Μεσαιωνικούς χρόνους ξέρουμε πως η βυζαντινή αυτοκρατορία προμηθευόταν το αλάτι της από τις αλυκές του Αιγαίου, της Αδριατικής και της Μαύρης Θάλασσας. Επίσης, γνωρίζουμε με βάση τον χάρτη αλυκών που έχει παρουσιάσει το ίδρυμα της Αικατερίνης Λασκαρίδου ότι η Άρτα ανήκε στις περιοχές αλυκών, οι οποίες προμήθευαν με αλάτι την Αυτοκρατορία. Το κράτος διατηρούσε δικαιώματα επί της παραγωγής και της πώλησης. Οι αλυκές ανήκαν στον αυτοκράτορα ή στα μοναστήρια, ενώ το διεθνές εμπόριο του αλατιού στη Μεσόγειο πέρασε στα χέρια των Ιταλικών ναυτικών δυνάμεων.

Για τον όψιμο Μεσαίωνα, η Ευστρατία Συγκέλλου και ο Σπύρος Ασωνίτης στην κοινή τους εργασία «Ο Αμβρακικός κόλπος στον όψιμο Μεσαίωνα» κάνουν λόγο για τις αλυκές της Κόπραινας και Σαλαγοράς και μας λέει πως «Οι αλυκές και τα ιχθυοτροφεία του Αμβρακικού παρείχαν σημαντικά έσοδα στους τοπικούς ηγεμόνες, οι οποίοι τα εκμεταλλεύ- ονταν άμεσα ή τα εκμίσθωναν σε ιδιώτες».

Επί οθωμανικής αυτοκρατορίας οι αλυκές ανήκαν στις κατά τόπους κοινότητες και πόλεις ή σε ιδιώτες, οι οποίοι τις καλλιεργούσαν και κατέβαλαν το «αλατιάτικο», κατά κε- φαλήν φόρο, στις Τουρκικές Αρχές. Βέβαια, στην περίπτωση της Άρτας, γνωρίζουμε πως ανήκαν στον Βοεβόδα, ο οποίος τις εκμίσθωνε. Σύμφωνα με τον Λευτέρη Βέτσιο, ο βοεβόδας της Άρτας, στην κυριότητα του οποίου υπάγονταν οι αλυκές, παραχωρούσε την εκμετάλλευσή τους στον εκάστοτε ενοικιαστή – εργολάβο αντί του ποσού των είκοσι πέντε μπορσών το χρόνο (1 borsa = 133, 33 τσεκίνια), δηλαδή 3.333 τσεκίνα, όπου κάθε τσικίνι ήταν χρυσό και ζύγιζε 3,5 γραμμάρια. Δυο αλυκές υπήρχαν στην περιοχή της Άρτας. Μια στο Τσουκαλιό και μια ανατολικά της Κόπραινας.

Παρότι που το αλάτι της Άρτας ήταν, σύμφωνα με τις εκθέσεις των Βενετών προξένων, κατώτερο από αυτό της γειτονικής Βε- νετικής Λευκάδας τον 18ο αιώνα, οι Βενετοί ήταν κύριοι αποδέκτες. Στον 19ο με την απελευθέρωση της Άρτας, στην Κόπραινα συστήθηκε αποθήκη όπου μαζεύονταν το αλάτι της όμορης αλυκής, ενώ της Σαλαώρας άρχιζε να εξαφανίζεται.

 

Οι αλυκάριοι

Στις αλυκές με μικρή παραγωγή αλατιού, όπως ήταν αυτές της Άρτας, ανεξάρτητα από το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς, εάν δηλαδή ανήκαν στο δημόσιο ή σε ιδιώτες, εργάζονταν συνήθως άνθρωποι από τους πιο κοντινούς οικισμούς.

Σήμερα με βάση τα Οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα γνωρίζουμε πως για την αλυκή της Λογαρούς / Αλευρής – Τσοκαλούς, όμοροι οικισμοί ήταν της Σαλαώρας. Μάλιστα για τον 16ο αιώνα έχουμε και ονόματα των κατοίκων αλλά και ενός οικισμού που οι Οθωμανοί το κατέγραψαν σαν Παλιοχώρι.

Το Παλιοχώρι βρίσκονταν, για όποιον γνωρίζει την περιοχή, κοντά στο σημερινό χωριό Πολύδροσο. Το Παλιοχώρι εξαφανίστηκε στο χρό- νο. Ίσως να είναι και ο οικισμός Ζαβάκα, που είναι Τουρκική ονομασία και σημαίνει Υδατόφραγμα. Επίσης, αν υποθέτω σωστά, ο αναφερόμενος οικισμός Κούτσι / Kuci να είναι Αλβανική μετάφραση της Βίγλας.

Είναι οι μόνοι οικισμοί που θα μπορούσαν να είναι πάντα παρόντες. Οι κάτοικοι της Σαλαώρας και της Κόπραινας είχαν και τον ρόλο του ναυτικού που μετέφερναν προϊό- ντα μέσω Αράχθου στην πόλη, αλλά και κόσμο καθώς ασχολούνταν και με τα διβάρια /βιβάρια (γβιάρια). Σίγουρα στην αλυκή της Κόπραινας οι κάτοικοι θα ήταν αυτοί στην Συκιά και τους όμορους οικισμούς.

Σύμφωνα με τις πηγές τόσο στον Μεσαίωνα όσο και στην Οθωμανοκρατία οι κάτοικοι αυτοί ήταν απαλλαγμένοι από διάφορες αγγαρείες αλλά και φορολογία. Στα Οθωμανικά χρόνια μάλιστα, στον Ελλαδικό χώρο, έχουν έρθει στο φως φιρμάνια σουλτανικά, όπου οι σουλτάνοι απάλλασσαν τους αλυκάριους έως και πέντε χρόνια από τη φορολογία. Η αμοιβή τους ήταν συνήθως ¼ της παραγωγής, την οποία μεταπωλούσαν σε εμπόρους. Ταυτόχρονα, φρόντιζαν και επεξεργάζονταν το αλάτι για να έχει καλύτερη τιμή. Κύριοι αποδέκτες ήταν οι Βενετοί αλλά και οι κτηνοτρόφοι για τα ζώα τους. Οι συνθήκες ζωής εκεί δεν ήταν και η καλύτερη. Πολλές φορές οι ασθένειες της περιοχής έθεταν εκτός εργασίας τους αλυκάριους με αποτέλεσμα οι υπεύθυνοι των αλυκών να έφερναν άλλους εργάτες. Το ίδιο το αλάτι προξενούσε ατυχήματα στους εργάτες.

Για την Άρτα αν και δεν μας αναφέρουν οι πηγές ότι απασχολούνταν και γυναίκες, θα υποθέσουμε πως και εδώ συμμετείχαν γυναίκες προκειμένου να μην χαθεί το μεροκάματο. Από άλλες περιοχές έχουμε πληροφο- ρίες για την βία που ασκούσαν οι επιστάτες πολλές φορές στους αλυκάριους, ειδικά αν έκρυβαν αλάτι για λογαριασμό τους.

Μια πηγή μας αναφέρει πως οι επιστάτες κακοποίησαν αλυκάριο εργάτη γιατί του βρήκαν ένα κρυμμένο πουγκί με αλάτι. Άλλο ένα πρόβλημα στην περιοχή της Άρτας που αντιμετώπιζαν οι αλυκάριοι της περιοχής ήταν οι ληστές. Γνωρίζουμε από Βενετικά και Γαλλικά αρχεία ότι ληστές έμπαιναν στις αλυκές για να κλέψουν αλάτι. Οι αλυκές, παρότι βρίσκονται μεταξύ των παράκτιων χερσαίων ζω-νών και της θάλασσας, ήταν τμήμα της υπαίθ- ρου. Δηλαδή, τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι εργαζόμενοι σ’ αυτές, ταυτίζονταν με εκείνα του υπόλοιπου αγροτικού κόσμου.

Πηγές: Ευστρατία Συγκέλλου και Σπ. Ασωνίτης: Ο Αμβρακικός κόλπος τον Όψιμο Μεσαίωνα. Σεραφείμ Ξενόπουλος: Ιστορικό Δο- κίμιο. Φώτης Βράκας: Άρτα – Οθωμανοκρατία και απελευθέρωση 1449 – 1897. Αγγελική Πανοπούλου: Αλυκάριοι – εργάτες – αγρότες. Ελευθέριος Βέτσιος: Η διπλωματική και οικονομική παρουσία των Βενετών στην Άρτα. Γιώργος Σιορόκας: Το Γαλλικό προξενείο. Aγγελική Πανοπούλου «Oι τεχνικές του αλατιού στην Πελοπόννησο τον 17ο αιώνα. Mε αφορμή δύο ανέκδοτα σχέδια». Μαρία Γερολυμάτου «ή εκμετάλλευση των αλυκών και το εμπόριο των αλιπάστων στο Βυζάντιο των μέσων και υστέρων χρόνων». Κ. Μαχαιράς Η Λευκάς επί Ενετοκρατίας,1684-1797. Ν. Λαμπρόπουλος, Χρυσούλα Κούρτελη: Οι αλυκές της Ελλάδας ως μονάδες παραγωγής αλατιού και ως υγρότοποι ειδικής σημασίας. Γεώργιος Χαριζάνης: Το αλάτι, οι αλυκές και οι αλυκάριοι της Θεσσαλονίκης στα τελευταία βυζαντινά χρόνια. Ιδρυμα Αικατερίνη Λασκαρίδη: Χάρτης βυζαντινών αλυκών. Οι πηγές είναι συνολικά 12.