Σάββατο 21 Ιουνίου 2025

Ο ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ MARTIN SCHULTZE  ΣΤΗΝ ΠΡΕΒΕΖΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟ 1857




O Martin Schultze γεννήθηκε στο Norhausen της Θουριγγίας (Thüringen) στις 11.01.1835. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος και μουσικός και έτσι διδάχθηκε τσέλο αν και η οικογένεια ήταν οικονομικά στριμωγμένη. Σύμφωνα με την αδερφή του Τερέζα όλα τα παιδια είχαν μια ευτυχισμένη νιότη. Αφού τελείωσε και την μεσαία βαθμίδα  του σχολείου έφυγε για την πόλη Χάλλε, όπου άρχισε να σπουδάζει γλώσσες. Εδώ γνωρίστηκε με Έλληνες φοιτητές και δέθηκε στενά μαζί τους. Μεταξύ αυτών ήταν ο Αλέξανδρος Λυκούργος, γιος του Λυκούργου Λογοθέτη από τη Σάμο, ο οποίος  αργότερα έγινε επίσκοπος στη Σύρα. Ένας άλλος, ο Στέφανος Ράδος, είχε επιλεγεί από την πόλη των Ιωαννίνων για να γίνει καθηγητής στο τοπικό γυμνάσιο στα Ιωάννινα. Αυτός δίδαξε τους Έλληνες γερμανικά και αυτοί του έμαθαν Ελληνικά. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ο Μάρτιν Σούλτσε μιλούσε άπταιστα την Ελληνική και μαζί τους μιλούσε μόνο Ελληνικά. Επίσης έμαθε και τούρκικα. Η επαφή του με τους Έλληνες είχε δώσει στον Μάρτιν την επιθυμία να γνωρίσει και την όμορφη πατρίδα τους. Ο καθηγητής του Ράδου αλλά και καθηγητής του Μάρτιν Σούλτσε ο κύριος Ρός(Roß) του έδωσε συστατικές επιστολές για την Κέρκυρα.  Σύντομα βρέθηκε μια θέση εργασίας,  η μισή ως μεταφραστής στην γραμματεία του Αυστριακού Πρόξενου Φ. Χάας  στα Ιωάννινα της Ηπείρου, και η μισή ως δάσκαλος για τα δύο μεγαλύτερα παιδιά του Χάας (τα οποία, παρεμπιπτόντως, είχαν επίσης έναν καθηγητή Γερμανικών και έναν δάσκαλο Ελληνικών), και έτσι ο Μάρτιν, γεμάτος ελπίδα στο στήθος του και συνοδευόμενος από τις ευλογίες των γονέων και των αδελφών του, έφυγε από το Νόρντχαουζεν τον Μάιο του 1857, οδεύοντας προς ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον. Με την Αυστριακή Εταιρεία Lloyd  έφτασε μέσω Brindisi στην Κέρκυρα. Στην Κέρκυρα  γνωρίστηκε με τον Λουϊτζι, έναν Ναπολιτάνο, που είχε κατάστημα με ψάθινα καπέλα αλλά έκανε και παζάρια με ρολόγια και χρυσό. Θα συνεχίσει το ταξίδι του στην Ήπειρο με τον Λουίτζι , ο οποίος ταξίδευε για εμπορικούς λόγους ως τα Ιωάννινα. Από την Κέρκυρα πήρε το  ατμόπλοιο ως την Πρέβεζα και απο κει στη Σαλαώρα, Αρτα, Ξηροβούνι και Γιάννινα. Στην επιστροφή του για την  Πρέβεζα επέλεξε να περάσει απο Στριβίνα, προφανώς Λευτεροχώρι (Φιλιππιάδα), Καντζά, Λούρο και Νικόπολη. Οι σημειώσεις και τα τρια σκίτσα του μας δίνουν εικόνες της εποχής. Από την Πρέβεζα συνέχισε το ταξίδι του για την υπόλοιπη Ελλάδα. 

Στην Πρέβεζα

«Το βράδυ της 11ης Ιουνίου, μετά από εξαήμερη παραμονή (στην Κέρκυρα) , πήρα το ατμόπλοιο για την Πρέβεζα, το οποίο ταξίδι δεν είχε καμία δυσκολία ή και ναυτία. Στο πλοίο βρίσκονταν μεταξύ άλλων, ένας Ιταλός, ο Λουίτζι, από τη Νάπολη, ο οποίος είχε ένα κατάστημα με ψάθινα καπέλα στην Κέρκυρα και ταξίδευε στα Ιωάννινα με διάφορα χρυσά αντικείμενα, ρολόγια και ψάθινα καπέλα.

Το επόμενο πρωί, η πόλη της Πρέβεζας απλωνόταν μπροστά μας, μισοκρυμμένη μέσα στους ελαιώνες. Είχαμε περάσει με ασφάλεια την επικίνδυνη όχθη μπροστά στο λιμάνι, η οποία έδωσε στην πόλη το ιταλικό της όνομα (previsione). Δεν προλάβαμε να αποβιβαστούμε και αμέσως έφτασε ενα τσούρμο ανδρών με αλβανικές ενδυμασίες, που κατόπιν αυτοπροσδιορίστηκαν σαν υπάλλλοι του τελωνείου και ώρμησαν πάνω στα υπάρχοντα μας και τα έψαξαν.

Ωστόσο, ένας τεράστιος Αφρικανός, καβάσιλας του Αυστριακού προξένου, οπλισμένος με ένα μαστίγιο από δέρμα ιπποπόταμου, σύντομα αποκατέστησε την τάξη και δεν μας ενόχλησε κανείς πλέον. Στη συνέχεια, επισκέφτηκα πρώτα την κατοικία των εμπόρων Καραμάννη και Μαμμάτη, για τους οποίους ο Παραμυθιώτης μου είχε δώσει μια συστατική επιστολή στην Κέρκυρα. Με υποδέχτηκαν με μεγάλη φιλοξενία και στη συνέχεια με οδήγησαν στην αγορά (Tschârschy*), όπου είχαν τις δουλειές τους.

Εδώ, σύντομα συγκεντρώθηκαν πολλοί γνωστοί, συμπεριλαμβανομένου ενός ιερέα, για να ακούσουν νέα από τον νεοφερμένο άνδρα από τα ξένα.

Μετά πηγαίμε μαζί το σχολείο. Στην κάτω τάξη, στο ισόγειο, ένας δάσκαλος με παντελόνι από δέρμα ελαφιού, καφτάνι και φέσι, κρατώντας ένα μπαστούνι, έδινε διάλεξη. Στην άνω τάξη, το «Ελληνικό σχολείο», ένας νεαρός άνδρας με ευρωπαϊκή ενδυμασία, χωρίς σκέπη στο κεφάλι, καθόταν στο αναλόγιο και συζητούσε για τον Ξενοφώντα.

Oι μαθητές σηκώθηκαν όρθιοι μόλις μπήκαμε, και ο καθηγητής με προσκάλεσε να πάρω τη θέση του, κάτι που αρνήθηκα με ευγνωμοσύνη. Το απόγευμα, πήγαμε στη Σκάλα (αποβάθρα) του Αυστριακού Προξενικού Γραφείου.

Υπήρχε ένα ιστιοφόρο με προορισμό τη Σαλαγορά (Σαλαώρα). Σύντομα, έφτασαν και άλλοι επιβάτες. Πρώτος ήταν ο έμπορος Λουίτζι, ο οποίος με χαιρέτησε θερμά σαν παλιός γνωστός. Έπειτα, ένας Έλληνας ιερέας, ένας Τούρκος επιχειρηματίας με ένα μακρύ πράσινο καφτάνι, μετά ένας Τούρκος στρατιώτης και τέλος ένας Αλβανός «Ντερμπέν Αγά» (φύλακας των ορεινών περασμάτων, συνοριοφύλακας, στην πραγματικότητα Ντερμπέντ Αγά ή, καλύτερα, Ντερμπεντσί). Αφού αποχαιρέτησα τους γνωστούς μου, και ο Ταΐρ, ο Μαύρος Καβάσιλας, είχε φέρει την αυστριακή αλληλογραφία για τα Γιάννενα στο πλοίο για λογαριασμό του προξενικού πράκτορα Γκιούροβιτς, το πλοίο ξεκίνησε. Το κύριο πανί τεντώθηκε και αποπλεύσαμε στην μόλις κινούμενη επιφάνεια του κόλπου της Άρτας, πλαισιωμένη από ευχάριστο πράσινο.


Πρέβεζα: Στα δεξιά, το τουρκικό τελωνείο, και πίσω του το αγγλικό Προξενείο. Στο βάθος, που εκτείνεται από τα αριστερά, βρίσκεται το ακρωτήριο του Ακτίου και πέρα ​​από αυτό τα βουνά της νήσου Λευκάδας. Ιδιόχειρο σκίτσο, από τη σκάλα του αυστριακού προξενικού γραφείου.


Ταξίδι προς Σαλαώρα

Εφόσον καθόμασταν ή ήμασταν ξαπλωμένοι αρκετά κοντά ο ένας στον άλλον στο μικρό κατάστρωμα, προέκυψε φυσικά μια γενική συζήτηση. Ωστόσο, δεν ήταν εύκολο να τη συντηρήσουμε. Ο άντρας με το πράσινο καφτάνι μιλούσε μόνο τουρκικά, ο Λουίτζι μόνο ιταλικά και οι βαρκάρηδες μόνο ελληνικά. Οι υπόλοιποι έπρεπε να βοηθήσουμε. Ό,τι έλεγε το «καφτάνι» (ο τούρκος έμπορος) μεταφραζόταν στα ελληνικά από τον στρατιώτη ή τον Αλβανό, και εγώ το μετέφραζα στα ιταλικά, και αντίστροφα.

Ο αέρας ήταν ζεστός και ηλιόλουστος. Πράσινα νησιά παρασύρονταν σιωπηλά δίπλα μας, και στο βάθος υψώνονταν η λευκή λαμπερή Πίνδος ξανά. Η συζήτηση άρχισε να σταματά. Ο ιερέας, που είχε ξαπλώσει στο κατάστρωμα πίσω από την ανοιχτή ομπρέλα του, κοιμόταν βαθιά. Ο «Πράσινος» είχε κρυφτεί στο κάτω αμπάρι για να ξεφύγει από τον ήλιο. Το μόνο που ήταν ορατό ήταν τα σύννεφα καπνού από το τσιμπούκι του. Μόνο ο στρατιώτης συνέχισε να κουβεντιάζει χαρούμενα, ξεφλουδίζοντας ωμά αγγούρια και τρώγοντάς τα με απόλαυση, και μας κάλεσε να τον συναντήσουμε.

Το πλοίο στράφηκε τώρα βόρεια, και σύντομα βρισκόμασταν στο ακρωτήριο που είναι γνωστό ως Σαλαγόρα (ή ίσως πιο σωστά, Σαλαχώρα).

……Απο την Σαλαώρα ο Martin Schultze θα συνεχίσει το δρόμο με άλογα για την Άτα. Δύο ώρες μετά την Σαλαώρα θα σταματήσουν σε κάποιο χωριό του κάμπου, δεν αναφέρει όνομα, θα διανυκτερεύσουν εκεί, αφου θα κοιμηθούν σε μια καλύβα πάνω σε μια ψάθα. Το πρωι συνέχισαν το δρόμο για την Άρτα, περνώντας την γέφυρα μας περιγράφει λίγο την πόλη και την επισκεψή του στην Μητρόπολη. Φεύγονατς από την Άρτα για Γιάννινα διανυκτέρευσε στο χάνι του Καρβασαρά, στον σημερινό Γοργόμυλο και την επομένη με μια στάση στα Πέντε Πηγάδια συνέχισε το δρόμο για τα Ιωάννινα. 

Το χάνι του Καρβασαρά. Σχέδιο κατόπιν περιγραφών και έρευνας του Γοργομυλίτη 
Ιωάννη Δ. Τζιανούμη από παρουσίαση του Γιώργου Παπακώστα

Στην επιστροφή του από τα Ιωάννινα στόχος του ήατν να φτάσει στο Κατσικοπάζαρο και απο κει να μεταβεί δια ξηράς στην Πρέβεζα. Καθοδόν εμαθε πως ο πασάς της Άρτας μόλις είχε καθαρίσει μια ομάδα ληστών και έστελνε το κεφάλι του αρχηγού τους στα Ιωάννινα. Αργά έφτασε στην Στρεβίνα, όπου φιλοξενήθηκε στο αρχοντικό του  γαιοκτήμονα Χρήστου Σταμάτη. Και συνεχίζει...

 

To χάνι στο Κατσικοπάζαρο, 1912, Εφημερίδα Ατλαντίς

Επιστροφή

Την επόμενη μέρα, η πορεία μας έστριψε από την πεδιάδα της Άρτας και δυτικά πάνω από τα βουνά προς την κοιλάδα του ποταμού Λούρου, καθώς θέλαμε να φτάσουμε στην Πρέβεζα απευθείας από την ξηρά. Το τοπίο είναι μαγευτικό: Στη μέση της κοιλάδας, το ποτάμι κυλάει, αφρίζοντας και βρυχώμενο, παρόμοιο με τον ποταμό Μπόντε κοντά στο Ρόστραπ. Δεξιά και αριστερά, τον φράζουν αειθαλή δέντρα σαν ρομαντικές ομάδες

Πιο πίσω υψώνονται γκροτέσκοι βράχοι, ανάμεσα στους οποίους ελίσσεται το μονοπάτι μας. Μερικοί υπερυψωμένοι μύλοι κινούνται με τάφρους, των οποίων το νερό φράσσεται για ώρες από το ποτάμι και εκτρέπεται ψηλά. Μια λευκή εκκλησία λαμπυρίζει κάτω από το σκοτεινό φύλλωμα, και ένας καταρράκτης βρυχάται κοντά. Σε έναν  μικρό λόφο  δεσπόζει  ένα ερείπιο με γοτθικά παράθυρα και μυτερή αψίδα.

Νιώθει κανείς σαν να έχει μεταφερθεί στη Γερμανία, ίσως στα ερείπια του μοναστηριού Walkenried. Λίγα αγρόσπιτα, λευκά και γοητευτικά σε ιταλικό στιλ, μαρτυρούν πλούτο. Οι Βενετοί κυβέρνησαν κάποτε εδώ, και η γοτθική αρχιτεκτονική πιθανότατα προέρχεται από αυτούς. Τα βουνά τώρα πλησιάζουν το ένα στο άλλο, και κοκκινωποί βράχοι, όπως αυτοί κοντά στο Ilfeld,στενεύουν την κοιλάδα. Το μονοπάτι μας σύντομα απομακρύνεται από το ποτάμι, κατευθυνόμενο δυτικά στο δάσος και τα βουνά.

Σύντομα, εμφανίζεται μια λίμνη (προφανώς εννοεί την λίμνη Μαυρή που αποξηράνθηκε απο την Εταιρεία Booth) με όμορφα δασωμένες ακτές. Εν τω μεταξύ, αρχίζει να βρέχει και το καραβάνι προχωρά αθόρυβα, τυλιγμένο στα παλτά του. Ένας μεγάλος βάλτος εμποδίζει την πορεία μας . Έπρεπε να κατεβούμε από τα άλογα για να ξεφύγουμε από τους αγκαθωτούς θάμνους στην πλαγιά των λείων βράχων. Τα άλογα γλιστρούν, κυλούν στην ομαλή πλαγιά και μπορούν να ξαναβγούν μόνο με δυσκολία.



Η λίμνη Μαυρή και τα όμορα Έλη, ο δρόμος που ακολούθησε ο Μάρτιν Σούλτς και ο οικισμός Καντζάς (Στεφάνη Πρέβεζας) στην είσοδο της Λάκκας. Μέρος από τον Οθωμανικό χάρτη του νότιου τμήματος του βιλαετίου των Ιωαννίνων με εικονογραφήσεις από διάφορα μέρη (Πέντε Πηγάδια, Γέφυρες Καλογήρων, Πηγές Λούρου) σχεδιασμένος το 1896 από τον Χαλίλ Ιμπραχίμ Εφέντη, της Αυτοκρατορικής Σχολής Πολεμικών Τεχνών. Έγχρωμη λιθογραφία του 1900. (Δεύτερη έκδοση). Συλλογή χαρτών Νίκου Δ. Καράμπελα, Ίδρυμα Ακτία Νικόπολις, Πρέβεζα


Τέλος, συνεχίζουμε μέσα από λιβάδια και κοιλάδες προς τον Γκάντζα (Γκάντσια), ένα αρκετά όμορφο χωριό με μια όμορφη εκκλησία, όπου σταματάμε στο σπίτι του Σπύρου Σακκά, ενός αντιπροσώπου του χονδρεμπόρου Βιτάλη στην Κωνσταντινούπολη.

Στο άνετο δωμάτιο που μας υποδέχεται για το μεσημεριανό μας διάλειμμα, παρατηρώ λάμπες λαδιού (λιχνάρια) φτιαγμένες από πηλό, οι οποίες δεν υστερούν πολύ σε «κομψό» σχεδιασμό από αυτές των αρχαίων.

Εν τω μεταξύ, η βροχή είχε σταματήσει. Προχωρήσαμε, πρώτα κατά μήκος ενός πέτρινου μονοπατιού μέσα από βάλτο, όπου επικρατούσε πλούσια βλάστηση, κατά μήκος του ποταμού και στη συνέχεια διασχίζοντας την πεδιάδα προς τον Λούρο, ένα μεγάλο αλλά φτωχό χωριό, του οποίου οι καλύβες ήταν ως επί το πλείστον φτιαγμένες από καλάμια ή άχυρο και χώμα.

Οι κάτοικοι ισχυρίστηκαν ότι το χωριό τους είχε πρόσφατα λεηλατηθεί από Έλληνες ληστές και στη συνέχεια κάηκε από Τούρκους στρατιώτες, τους διώκτες αυτών των ληστών.Ίσως μόνο το δεύτερο να ήταν αλήθεια, και οι ίδιοι οι κάτοικοι μου φαίνεται πως είχαν μια τάση προς τη ληστεία.

Διότι αυτές οι δυνατές και ελαστικές φιγούρες με τα έντονα, λαμπερά μάτια τους δεν έδειχναν ότι φοβόντουσαν τους ληστές. Φαινόταν επίσης να είναι πολύ έμπειροι στη χρήση όπλων και επιπλέον, διατηρούσαν αρκετά μεγάλα επιθετικά σκυλιά.  Aυτός ο αθρώπινος τύπος εδώ, χάρη στο μείγμα ιταλικού αίματος, είναι διαφορετικός από αυτόν της κεντρικής Ηπείρου. Οι άνδρες, και ιδιαίτερα οι γυναίκες, κυρίως με μαύρα μάτια και μαύρα φρύδια (μαυρομμάτης, μαυροφρύδης), έχουν μια ιδιαιτερη ομορφιά. Ένα από τα καλύτερα σπίτια κατοικούνταν από μια χήρα και την κόρη της. Εκεί βρήκαμε επαρκή καταλύματα για τη νύχτα.

Την επόμενη μέρα ξεκινήσαμε αργά, καθώς είχαμε μόνο μια σύντομη πορεία μπροστά μας. Το μονοπάτι ήταν αρκετά καλό. Πρώτα κατά μήκος της πεδιάδας και στη συνέχεια πάνω από την τελευταία σειρά λόφων. Σύντομα φτάσαμε στο κέντρο της χερσονήσου, στις οποίας την άκρη βρίσκεται η Πρέβεζα. Ο κόλπος της Άρτας απλωνόταν μπροστά μας με τις χερσονήσους και τα νησάκια του, καθώς και τα μεγάλα ιχθυοτροφεία που θύμιζαν λίμνη.

Λίγο αργότερα εμφανίστηκε  από την άλλη πλευρά το Ιόνιο πέλαγος. Δεξιά και αριστερά, μπορούσαμε να δούμε τον αφρό των κυμάτων. Τελικά, οι λόφοι  τελείωσαν και εμείς συνεχίσαμε κατά μήκος του προσχωσιγενούς εδάφους. Έπειτα, κάτω από κισσό και άλλα αειθαλή φυτά, εμφανίστηκαν τα ερείπια της Νικόπολης, της πόλης που έχτισε ο Αύγουστος μετά τη νίκη στο Άκτιο. Καλύπτουν μια πολύ μεγάλη έκταση και εκτείνονται σχεδόν από τη μία θάλασσα στην άλλη.

Αρχαία Νικόπολις. Σχέδιο του Edward Lear  με υδατόχρωμα, μελάνι σέπιας και γραφίτη, σε χαρτί, 25,1 x 43,1 εκ. (Harvard University – Houghton Library)

Ορισμένα κτίρια είναι καλά διατηρημένα, ειδικά ένα θέατρο, όπου οι σκάλες που οδηγούν στους άνω ορόφους των εδωλίων εξακολουθούν να είναι ορατές. Υπάρχουν επίσης πύλες και κατασκευές που μοιάζουν με θριαμβευτική αψίδα. Πολλά μικρότερα ιδιωτικά σπίτια θα μπορούσαν με μικρή προσπάθεια να γίνουν και πάλι κατοικήσιμα, καθώς το κονίαμα που συγκρατεί τις πέτρες είναι ακόμα πολύ σκληρό.

Παράλληλα με το μονοπάτι εκτείνονται τα ερείπια ενός αγωγού νερού, από τον οποίο, ωστόσο, σώζονται ως επί το πλείστον μόνο οι πυλώνες, αλλά σε ορισμένα σημεία και οι καμάρες, μερικές φορές αρκετές η μία πάνω στην άλλη.

Τώρα μπήκαμε στον ελαιώνα που περιβάλλει την πόλη της Πρέβεζας στα βόρεια. Δύο ιππείς πέρασαν καλπάζοντας, ένας λευκός και ένας μαύρος, τους οποίους σύντομα αναγνωρίσαμε ως τον Κασάπη, τον γραμματέα του αυστριακού προξένου, και τον μαύρο Καβάσιλα, Ταΐρ Αγά. Μαζί τους, μπήκαμε στην πόλη, την οποία δεν μπορεί κανείς να δει  μέχρι που να εισέλθει μέσα σε αυτήν. Εδώ, στις 30 Ιανουαρίου, τα ροδάκινα ήταν σε πλήρη άνθιση, ενώ μερικές από τις ελιές κρέμονταν ακόμα στις ελιές.

Μετά από δύο πολύ ευχάριστες μέρες που περάσαμε στο σπίτι του Προξένου Γκιούροβιτς (Το βράδυ, μέρος της φράγκικης παροικίας συγκεντρώθηκε στο αυστριακό προξενείο για μουσική ψυχαγωγία. Ο ίδιος ο Γκιούροβιτς έπαιζε φλάουτο, και η κυρία Πηνελόπη Μπόζιο, μια  Αγγλίδα της οποίας ο σύζυγος ήταν Ιταλός γιατρός σε τουρκική υπηρεσία, τραγούδησε αγγλικά, ιταλικά και ελληνικά τραγούδια με συνοδεία κιθάρας. Ο νεαρός καθολικός ιερέας, Πάτερ Νταμάσο από την Ανκόνα, ήταν επίσης ένας ταλαντούχος τραγουδιστής), η σημαία κυμάτισε ψηλά στο τουρκικό φρούριο, αναγγέλλοντας την άφιξη του ατμόπλοιου που θα μας μετέφερε στο Λουτράκι. Σύντομα, το πλοίο έδωσε σήμα στο λιμάνι και επιβιβαστήκαμε αμέσως, παρά τον δυνατό άνεμο και την ταραχώδες  θάλασσα.

Αυτή η βιασύνη, ωστόσο, δεν θα ήταν απαραίτητη, καθώς η στάθμη της θάλασσας ανέβαινε σταθερά, εμποδίζοντας τη διέλευση από την επικίνδυνη όχθη του Ακτίου, η οποία βρίσκεται μόλις περίπου 3 μέτρα κάτω από την επιφάνεια και φράζει τον κόλπο της Άρτας.

Η αλυσίδα της άγκυρας σηκώθηκε, η μηχανή άρχισε να λειτουργεί και το «Oriente» γλιστρούσε πάνω στα ακίνητα, φουρτουνιασμένα κύματα. Καθώς πλησιάζαμε στο στόμιο του κόλπου, η μηχανή σταμάτησε και σε μια σιωπηλή ησυχία, στην οποία μετά βίας τολμούσε κανείς να αναπνεύσει, το πλοίο γλίστρησε πάνω από την όχθη. Έξω, μας υποδέχτηκαν το ουρλιαχτό του ανέμου και ο βρυχηθμός της άγριας θάλασσας. Μόνο λίγα ερείπια έχουν απομείνει από τον περίφημο Ναό του Ακτίου Απόλλωνα (Στράβων VII, 7). Αντ' αυτού, ένας μοναχικός ανεμόμυλος στέκεται σε ένα υπερυψωμένο μονοπάτι που προεξέχει στη θάλασσα.

 

 Μετάφραση από τα Γερμανικά: Φώτης Βράκας, απο τα αρχείο, Ιστορίες της οικογένεια Σούλτσε, 1892