ΓΕΦΥΡΕΣ ΚΑΙ ΠΕΡΑΤΑΡΙΑ ΣΤΟ ΙΜΑΜ ΤΣΑΟΥΣ - ΑΓΙΟ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ ΑΡΤΑΣ
Από τον Καντακουζηνό στον Εβλιγιά Τσελεμπί , στον αν/χη Νικόλαο Σχινά και ως σήμερα !
Σήμερα μας είναι σχεδόν άγνωστο, πως κάποτε έξω από το σημερινό χωριό Άγιο Σπυρίδωνα στον ποταμό Λούρο υπήρχε μια πέτρινη γέφυρα καμάρα. Λίγο πιο κάτω απο το Ξηραντήριο και ένωνε το Κάστρο των Ρωγών με την απέναντι όχθη. Εκει κοντά υπήρχαν παλιότερα δύου οικισμοί. Ο Ρουμπάς νότια και βορειότερα το Κοζιλοχώρι ή Κοτισλοχώρι. Ο Ρουμπάς έσβησε στις μέρες των Παππούδων μας ενώ για το Κοτσιλοχώρι δεν έχουμε πληροφορίες, που σημαίνει σίγουρα κατά τον 16ο ή 17ο αιώνα. Άγνωστο επίσης και στις νεώτερες γενιές και η περαταριά του χωριού μας. Να πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.
Πρώτη Αναφορά στη γέφυρα κάνει ο Κατακουζηνός όταν έρχεται εδώ και στρατοπεδεύει έξω από το σημερινό χωριό για να πολιορκήσει τους Ρωγούς, που είχαν επαναστατήσει. Ο Κατακουζηνός γράφει πως πέρασε την γέφυρα προκειμένου να συνομιλήσει με τους επαναστάτες.
Λεπτομερή Περιγραφή της γέφυρας μας δίνει σχεδόν 300 χρόνια αργότερα ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί. Ο Εβιγλιά Τσελεμπί θα περάσει απο το σημείο αυτό και θα μας αφήσει μια περιγραφή του Κάστρου των Ρωγών και κατόπιν της γέφυρα των Ρωγών, όπως την ονομάζει. Ο Εβιγλιά γράφει για την γέφυρα : Είναι μια εξαίσια μονοκάμαρη γέφυρα , χαμηλότερη και ομαλότερη από την γέφυρα του Μοστάρ στο σαντζάκι της Ερζεγοβίνης και το ύψος της είναι ακριβώς 50 πήχες. Η γέφυρα είναι φοβερά στενή, τόσο που φοβάται κανείς να περάσει από πάνω της. Το πλάτος της είναι μια οργιά. Που να τολμήσει κανείς να κοιτάξει κάτω. Από κάτω της κυλάει ο ποταμός Ρουάτι (έτσι ονομάζουν οι Οθωμανοί αρχικά τον Λούρο)που κατεβαίνει από τα βουνά της πόλης των Ιωαννίνων και της Παραμυθιάς και σμίγει με την θάλασσα της Πρέβεζας. Είναι 40 πήχες βαθύς και κυλάει με μεγάλη ορμή.
Η γέφυρα φαίνεται να υπήρχε ως το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, όταν στην Άρτα διορίστηκε Δερβετζής (υπεύθυνος περασμάτων) ο Αχμέτ Κούρτ πασάς. Σύμfωνα με τον Μητροπολίτη Σεραφείμ ο Αχμέτ Κούρτ πασάς ανατίναξε την γέφυρα για να εμποδίζει την διέλευση των Αλβανών Τσάμηδων ληστών, που ήταν επικίνδυνοι για να διαπράξουν λεηλασίες στην Άρτα.
Έκτοτε φαίνεται η επικοινωνία με την απέναντι πλευρά του Λούρου φαίνεται να γίνονταν μόνο με μονόξυλα ή περαταριά. Στα 1897 στο Οδοιπορικό Ηπείρου του αντισυνταγματάρχη Νικόλαου Θ. Σχινά μαθαίνουμε καθαρά πως στο Ιμάμ Τσαούς υπήρχε πορθμείο, όπως το ονομάζει, όπου λειτουργούσε περαταριά.
Αρχές του 1900 η Οθωμανική Νομαρχία Φιλιππιάδας με τον Δήμο Σαλαχώρας (Σαλαώρας) όπου άνηκε το Ιμάμ Τσαούς αποφασίζουν για να υπάρχει καλύτερη σύνδεση των κατοίκων με το απέναντι μέρος να υπάρχει γέφυρα. Έτσι κατασκεύασαν μια ξύλινη γέφυρα, όπως συνηθίζονταν την εποχή εκείνη. Στα 1912 με την κήρυξη όμως του Πρώτου Βαλκανικού πολέμου ο Οθωμανικός στρατός κατέστρεψε την γέφυρα, για να εμποδίσει έτσι τυχόν προέλαση Ελλήνων Στρατιωτών ή ατάκτων. Η Βιργινία Γείτονα, που έτυχε να πηγαίνει στην πηγή για νερό με άλλα κορίτσια ήταν αυτόπτης μάρτυρας την ώρα που γκρέμιζαν οι στρατιώτες την γέφυρα. Δεν τις άφησαν να περάσουν απέναντι και τις συμβούλεψαν να γυρίσουν πίσω.
Με την απελευθέρωση ξαναμπήκε και πάλι σε λειτουργία η Περαταριά. Θα κρατήσει ως το 1941. Δυστυχώς ο επίλογος της Περαταριάς είναι λυπηρός, καθότι εδώ θα χάσουν την ζωή τους Έλληνες στρατιώτες, που επέστρεφαν από το Αλβανικό Μέτωπο μετά την Συνθηκολόγηση. Την ίδια χρονιά οι Ιταλοί θα κατασκευάσουν ξύλινη γέφυρα που θα κρατήσει ως το 1972. Μαθητής τότε εγώ, θυμάμαι το τάγμα Μηχανικού, που κοιμόνταν στο παλιό σχολείο και κατασκεύασε την νέα γέφυρα την μεταλλική τύπου Μπέϊλυ, η οποία αντικαταστήθηκε από την σημερινή.
Η θλιβερή ιστορίας της Περαταριάς (Μια απο τις τρεις μαρτυρίες)
Η Περαταριά κρύβει όμως και μια θλιβερή ιστορία. Το 1941 όταν κατέρρευσε το μέτωπο επέστρεφαν στρατιώτες με τα πόδια. Κείνη την χρονιά ο Λούρος είχε πλημμύρισε και πάλι και ήταν δύσκολη η διάβαση προς την Άρτα ερχόμενοι από Πρέβεζα. Κάποια μέρα κάπου 20 στρατιώτες ανέβηκαν στην Περαταριά, που την χτυπούσε ο Λούρος πέρα δώθε και ζήτησαν από την Περατάρισσα να τους περάσει απέναντι δηλ από Νέα Κερασούντα (χωριο που ιδρύθηκε το 1924) στον Άγιο Σπυρίδωνα για να συνεχίσουν προς Άρτα. Όταν ανέβηκαν πάνω η περατάρισσα ζήτησε χρήματα από τους στρατιώτες και τότε ένας στρατιώτης βάζει το χέρι του στον κόρφο του και τραβώντας το, ανοίγει την παλάμη του και λέει στην Περατάρισσα."αυτά έχουμε". Η παλάμη του ήταν γεμάτη με ψύλλους. Θες τρόμαξε η περατάρισσα, θες τσατίστηκε, της φεύγει ή πέταξε το σχοινί και η περαταριά έχασε τον έλεγχο και παρασύρθηκε από τον Λούρο. Μαζί της πήρε και τους στρατιώτες. Σύνολο χάθηκαν επτά στρατιώτες.
Μάρτυρας των γεγονότων ήταν η κυρία Μάνθα Σκούμπλα-Ρώσιου, που έτυχε να πηγαίνει με την μάνα της για νερό. Η κυρία Μάνθα πριν τον απρόσμενο θάνατο της μου διηγήθηκε τα πράγματα, όπως τα θυμόνταν. Έτυχε να βρίσκεται εκει την ώρα που η περαταριά έχασε τον έλεγχο και πνίγονταν οι Στρατιώτες.






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου